Τετάρτη 29 Αυγούστου 2012

ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ

ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ
Όμορφη, όμορφη, όμορφη πού' σαι αγάπη μου.
Τι όμορφη που είσαι...
Γλυκιά σαν του περιστεριού και τρυφερή η ματιά σου
Καμιά από τις όμορφες δεν παραβγαίνει εμπρός σου
Εσύ είσαι κρινολούλουδο κι εκείνες είναι αγκάθια
Ίδια με κόκκινη κλειστή τα κόκκινά σου χείλη
Σα ρόδι που το κόψανε στη μέση
μου φαντάζει πίσω από το πέπλο σου το ροδομάγουλό σου
Τα δυο σου στήθια μοιάζουνε δίδυμα ζαρκαδάκια
που να βοσκήσουν βγήκανε μες στα ανθισμένα κρίνα.
Φίλα με, φίλα με, μ' όλα τα φιλιά που έχεις μες στο στόμα
μέθα με στης αγκαλης σου το πιο γλυκό κρασί
και το όνομά σου άρωμα, μύρο χυμένο κάτω
Όλων των μύρων τ' άρωμα και η ευωδιά είσαι εσύ
ναι, πιο πολύ κι από το κρασί μεθώ όταν μ' αγγίζεις
να σ' αγαπάνε, άντρα μου, αυτό μονάχα αξίζεις.
Όμορφη, αψεγάδιαστη είσαι αγαπημένη.
Μου 'χεις κλέψει την καρδιά μου, αγάπη μου, αδελφή μου,
μ' ένα σου βλέμμα μοναχά, μια χάντρα στο λαιμό σου.
Μέλι κερήθρας στάζουνε τα δυο γλυκά σου χείλη
μέλι και γάλα αργοκυλούν στη γλώσσα σου από κάτω.
Κήπος κλειστός, ολάνθιστος είσαι αγαπημένη
πηγή με γάργαρο νερό, παράδεισος από δροσιές
παράδεισος από ροδιές το κάθε σου αυλάκι.
Κανέλα, μοσχοκάλαμο, κι ο νάρδος με τον κρόκο
και ρίζες αρωματικές του Λίβανου και σμύρνα
και αλόη και όποιο μύρο πεις, σε σένα ευωδιάζουν.
Σήκω βοριά, έλα νοτιά, φύσα τα κλωνιά μου
να ξεχυθούν , να σκορπιστούν παντού οι ευωδιές μου.
Σήκω βοριά, έλα νοτιά φυσήξτε τα κλωνιά μου
να ξεχυθούν , να σκορπιστούν παντού τα αρώματά μου.
Σήκω βοριά, έλα νοτιά, φυσήξτε τα κλωνιά μου
να ξεχυθούν , να σκορπιστούν παντού τα αρώματά μου.
Κι ας κατεβεί ο άντρας μου στον κήπο που 'ν' δικός του
για να γευτεί όποιο καρπό απ' τα κλαδιά του θέλει
για να γευτεί όποιο καρπό απ'τα κλαδιά μου θέλει.
ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΣΟΛΟΜΩΝ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ Λ.ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Μύρης· Aλεξάνδρεια του 340 μ.X.

Μύρης· Aλεξάνδρεια του 340 μ.X.Αναγνωρισμένα
Εκτύπωση
Την συμφορά όταν έμαθα, που ο Μύρης πέθανε,
πήγα στο σπίτι του, μ' όλο που το αποφεύγω
να εισέρχομαι στων Χριστιανών τα σπίτια,
προ πάντων όταν έχουν θλίψεις ή γιορτές.

Στάθηκα σε διάδρομο. Δεν θέλησα
να προχωρήσω πιο εντός, γιατί αντελήφθην
που οι συγγενείς του πεθαμένου μ’ έβλεπαν
με προφανή απορίαν και με δυσαρέσκεια.

Τον είχανε σε μια μεγάλη κάμαρη
που από την άκρην όπου στάθηκα
είδα κομμάτι· όλο τάπητες πολύτιμοι,
και σκεύη εξ αργύρου και χρυσού.

Στέκομουν κ’ έκλαια σε μια άκρη του διαδρόμου.
Και σκέπτομουν που η συγκεντρώσεις μας κ’ η εκδρομές
χωρίς τον Μύρη δεν θ' αξίζουν πια·
και σκέπτομουν που πια δεν θα τον δω
στα ωραία κι άσεμνα ξενύχτια μας
να χαίρεται, και να γελά, και ν’ απαγγέλλει στίχους
με την τελεία του αίσθησι του ελληνικού ρυθμού·
και σκέπτομουν που έχασα για πάντα
την εμορφιά του, που έχασα για πάντα
τον νέον που λάτρευα παράφορα.

Κάτι γρηές, κοντά μου, χαμηλά μιλούσαν για
την τελευταία μέρα που έζησε—
στα χείλη του διαρκώς τ’ όνομα του Χριστού,
στα χέρια του βαστούσ’ έναν σταυρό.—
Μπήκαν κατόπι μες στην κάμαρη
τέσσαρες Χριστιανοί ιερείς, κ’ έλεγαν προσευχές
ενθέρμως και δεήσεις στον Ιησούν,
ή στην Μαρίαν (δεν ξέρω την θρησκεία τους καλά).

Γνωρίζαμε, βεβαίως, που ο Μύρης ήταν Χριστιανός.
Aπό την πρώτην ώρα το γνωρίζαμε, όταν
πρόπερσι στην παρέα μας είχε μπει.
Μα ζούσεν απολύτως σαν κ’ εμάς.
Aπ’ όλους μας πιο έκδοτος στες ηδονές·
σκορπώντας αφειδώς το χρήμα του στες διασκεδάσεις.
Για την υπόληψι του κόσμου ξένοιαστος,
ρίχνονταν πρόθυμα σε νύχτιες ρήξεις στες οδούς
όταν ετύχαινε η παρέα μας
να συναντήσει αντίθετη παρέα.
Ποτέ για την θρησκεία του δεν μιλούσε.
Μάλιστα μια φορά τον είπαμε
πως θα τον πάρουμε μαζύ μας στο Σεράπιον.
Όμως σαν να δυσαρεστήθηκε
μ’ αυτόν μας τον αστεϊσμό: θυμούμαι τώρα.
A κι άλλες δυο φορές τώρα στον νου μου έρχονται.
Όταν στον Ποσειδώνα κάμναμε σπονδές,
τραβήχθηκε απ’ τον κύκλο μας, κ’ έστρεψε αλλού το βλέμμα.
Όταν ενθουσιασμένος ένας μας
είπεν, Η συντροφιά μας νάναι υπό
την εύνοιαν και την προστασίαν του μεγάλου,
του πανωραίου Aπόλλωνος — ψιθύρισεν ο Μύρης
(οι άλλοι δεν άκουσαν) «τη εξαιρέσει εμού».

Οι Χριστιανοί ιερείς μεγαλοφώνως
για την ψυχή του νέου δέονταν.—
Παρατηρούσα με πόση επιμέλεια,
και με τι προσοχήν εντατική
στους τύπους της θρησκείας τους, ετοιμάζονταν
όλα για την χριστιανική κηδεία.
Κ’ εξαίφνης με κυρίευσε μια αλλόκοτη
εντύπωσις. Aόριστα, αισθάνομουν
σαν νάφευγεν από κοντά μου ο Μύρης·
αισθάνομουν που ενώθη, Χριστιανός,
με τους δικούς του, και που γένομουν
ξ έ ν ο ς εγώ,  ξ έ ν ο ς  π ο λ ύ· ένοιωθα κιόλα
μια αμφιβολία να με σιμώνει: μήπως κι είχα γελασθεί
από το πάθος μου, και  π ά ν τ α τού ήμουν ξένος.—
Πετάχθηκα έξω απ’ το φρικτό τους σπίτι,
έφυγα γρήγορα πριν αρπαχθεί, πριν αλλοιωθεί
απ’ την χριστιανοσύνη τους η θύμηση του Μύρη.
Κ.ΚΑΒΑΦΗΣ

ΘΕΑΤΡΙΝΟΙ Μ.Α.

ΠΟΙΗΣΗ ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ
ΘΕΑΤΡΙΝΟΙ Μ.Α.

Στήνουμε θέατρα και τα χαλνούμε
όπου σταθούμε κι όπου βρεθούμε
στήνουμε θέατρα και σκηνικά,
όμως η μοίρα μας πάντα νικά

Και τα σαρώνει και μας σαρώνει
και τους θεατρίνους και το θεατρώνη
υποβολέα και μουσικούς
στους πέντε ανέμους τους βιαστικούς

Σάρκες, λινάτσες, ξύλα, φτιασίδια,
ρίμες, αισθήματα, πέπλα, στολίδια,
μάσκες, λιογέρματα, γόοι και κραυγές
κι επιφωνήματα και χαραυγές

Ριγμένα ανάκατα μαζί μ΄ εμάς
(πες μου που πάμε; Πες μου που πας;)
πάνω από το δέρμα μας γυμνά τα νεύρα
σαν τις λουρίδες ονάγρου ή ζέρβρα

Γυμνά κι ανάερα, στεγνά στην κάψα
(πότε μας γέννησαν; Πότε μας θάψαν;)
και τεντωμένα σαν τις χορδές
μιας λύρας που ολοένα βοίζει. Δες

και την καρδιά μας, ένα σφουγγάρι,
στο δρόμο σέρνεται και στο παζάρι
πίνοντας το αίμα και τη χολή
και του τετράρχη και του ληστή.
Μέση Ανατολή, Παρασκευή 6 Αυγούστου 1943

ΕΝΑ ΚΕΡΑΚΙ ΚΙ ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ

ΕΝΑ ΚΕΡΑΚΙ ΚΙ ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ
Το μικρό κεράκι καίει ...πάνω στο τραπεζάκι...
και φωτίζει το δωμάτιο του παιδιού  που διαβάζει και ονειρεύεται...
Με αυτό το λίγο φως βοηθό του.
Μέσα από το παράθυρο τα άστρα του σκοτεινού χειμωνιάτικου ουρανού παρατηρεί ...
Ελπίδα ψάχνει...
Πέντε άστρα βλέπει ...
Το σχήμα του ωμέγα κάνουν...
Ναι είναι η Κασσιόπη, η για χρόνια ξεχασμένη βασίλισσα,ψηλά στον ουρανό...
Ναι αυτή που θύμωσε τους θεούς,γιατί ήταν πιο όμορφη....
Και δίπλα ένα αστέρι πέφτει ...
Να κάνει ευχή;
Σκέφτεται...
Οχι γιατί οι ευχές σκοτώνουν τις ελπίδες....
Η ώρα πέρασε...
Το παιδί φύσηξε κι έσβησε το κερί...
Το παιδί κοιμήθηκε...
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ