Τετάρτη 3 Απριλίου 2013

ΣΤΟΥΣ ΣΤΑΒΛΟΥΣ ΤΟΥ ΣΟΥΛΤΑΝΟΥ

Στους στάβλους του Σουλτάνου,
Έμεναν ξεχασμένα, δυο άλογα....
Ένα άσπρο κι ένα καφέ...
Ήτανε μοναχά τους και πάντα λυπημένα.
Μόνο, δυο μικρά φτωχά παιδιά,
Έφερναν κάθε μέρα νερό και φαγητό στα άλογα...
Έξω, ο καιρός περνούσε,,,
Από κρύο στη  ζέστη
Και από ζέστη σε κρυο...
Τα δυο άλογα, πάντοτε κοιτούσαν τα παιδάκια,
Με μάτια μελαγχολικά...
Ήθελαν να τρέξουν, να χαρούν την εξοχή ...
Ήθελαν, να δούνε τ΄ άλλα άλογα...
Να παίξουν, να μιλήσουν...
Μια μέρα, ήλθανε δέκα χωρικοί
Και άνοιξαν τις πόρτες...
Ήταν η μέρα, που τέλειωσε ο πόλεμος...
Σουλτάνος, πλέον δεν υπήρχε...
Μα ούτε τα άλλα άλογα...
"Ευτυχώς γλιτώσαμε ", είπε το άσπρο άλογο...
"Ευτυχώς, θα ζήσουμε κι άλλο " απάντησε το καφετί...
Τότε, ο ουρανός, καθάρισε απ΄ τα σύννεφα...
Και έλαμψε ο ήλιος...
Και τα άλογα έτρεξαν στ΄ απέραντα λιβάδια, λεύτερα ...
Μακριά από στάβλους και Σουλτάνους...
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

ΤΑ ΨΗΛΑ ΒΟΥΝΑ

Ήταν πετροχελίδονο, στ΄ Απρίλη τη λιακάδα.
Λαμπρόν τον ήλιο αντίκρισε, επάνω στ΄ ανηφόρι.
Έριξε δυο κρυφές ματιές, απέναντι στον κάμπο...
Κι ο δρόμος για την άνοιξη, έφερε καλοκαίρι...
Επρασινίσαν τα βουνά, πράσινα τα λιβάδια
Γέμισε φως ο ουρανός, φωνές ο κόσμος όλος.
Κι εσείς τα μαύρα σύννεφα κι εσείς πουλιά μεγάλα,
Ταξίδι πάτε ολημερίς, ψηλά εις τους αιθέρες..
Βρείτε, που χαθ΄ η αγάπη μου, που πέρασε τη νύχτα
Και το πρωί με την αυγή, που άνοιξε τα μάτια,
Που πήγε και δεν γύρισε, που πήγε κι αν εχάθη...
Ειν΄ του δημάρχου εγγονή και του γιατρού η κόρη...
Και ειν΄ η κόρη π΄ αγαπώ, αυτή η αγαπημένη...
Που μου την κλέψαν οι πολλοί, οι άγνωστοι, οι ψεύτες...
Κι αν δεν την βρείτε πάρτε εμέ, πάρτε και την καρδιά μου,
Επάνω στα ψηλά βουνά, με τους αετούς  παρέα.
Να αγναντεύω τ΄ Άγραφα και να μιλώ με τ΄ άστρα,
Ν΄ ακούω τα κλεφτόπουλα, πως παίζουν τις φλογέρες.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ