Όταν σώπασε ο ήχος της βροχής,
Το παιδί με τ΄ ασημένια μάτια,
Έκλεισε μέσα στα χέρια του, τον κεραυνό.
...
Αυτό το παιδί, δεν είχε πατρίδα.
Αυτό το παιδί, δεν είχε τύχη.
...
Γεννήθηκε, για να πεθάνει άμεσα.
Ίσως από λάθος...
...
Ίσως κι εγώ να γράφω,
Αναζητώντας ένα λάθος...
...
Την ώρα, που τι παιδί έγινε κεραυνός...
Κεραυνός, που πέφτει...
Ανάβει μια φωτιά
Και χάνεται...
Δεν ξαναγυρίζει, ποτέ...
...
Ότι μένει πίσω, ειν΄ ένας πόλεμος...
Και στάχτες, από χαμένες εποχές...
Και ιστορία, από παρελάσεις,
Με μπάντες, να παίζουν στρατιωτικά μαρς...
...
Ένα άλλο παιδί,
Κρατώντας στο χέρι μια σημαία,
Της μουσικής ακούει την ηχώ
Και βλέπει τους φαντάρους να περνούν...
...
Φοβάται,
Κλαίει...
Πίσω απ΄ τα τζάμια των ματιών του,
Βλέπει το μέλλον...
...
Γιατί κλαίει;
Δεν πρέπει να κλαίει...
Πως το παιδί, θα γίνει άνδρας;
...
Πρέπει να γίνει άνδρας σκληρό...
Είναι πλέον άνδρας...
Είναι φαντάρος...
Είναι νεκρός...
...
Μα η ιστορία, ξεχνάει τους φαντάρους.
Δίνοντας τους, ονόματα άγνωστα,
Σαν τα μνημεία,
Σαν τα κενοτάφια...
...
Μόνη γιορτή στη μνήμη τους,
Τα δάκρυα μιας μάνας...
Ή μιας γυναίκας άλλης.
Κανείς δεν ξέρει ποιας..
...
Ίσως μιας ηθοποιού του θεάτρου,
Ή μιας καλόγριας...
...
Κάθε άγνωστος θάνατος,
Βρίσκει κι ακουμπά,
Σ΄ ένα άγνωστο δάκρυ...
...
Και οι παρελάσεις συνεχίζονται...
Και τα παιδιά, γεννιούνται πάντα...
...
Όπως και τα σύννεφα,
Που σπάζουν ταξιδεύοντας,
Σαν τις εμπορικές αμαξοστοιχίες...
...
Που παν΄ σε τόπους μακρινούς,
Πράγματα και ιδέες,
Χρόνους κι ανθρώπους...
...
Αρκεί στο δρόμο τους,
Τα γεφύρια, να ειν΄ γερά
Και να ΄ναι πάντα μέρα...
...
Γιατί η νύχτα, φέρνει τη βροχή...
Γιατί η νύχτα, φέρνει αόρατους αστυνόμους...
Βαμμένους, με χρώμα κίτρινο...
Βαμμένους απ΄ την κίτρινη βροχή...
...
Έτσι, που τα τρομαγμένα μάτια των αστών,
Να βλέπουν την κίτρινη μάσκα,
Της θύελλας, που ΄ρχεται γοργά...
...
Και ο φόβος τους,
Είναι κι εκείνος κίτρινος,
Σαν το θειάφι...
...
Ο φόβος, το μίσος..., η ζωή...
Ζωή με φόβο και με μίσος...
Σαν τις ζωές στα κάτεργα της κόλασης...
...
Γιατί οι ιερείς, μετρούν γι΄ αξίες,
Τα δειλινά, στα σαπισμένα σπίτια,
Των πιο κακών συνοικιών του κόσμου...
...
Εκεί που το χρήμα, ρέει από παντού...
Κι ο θάνατος πουλιέται σαν χρυσάφι...
...
Γιαυτό, η κίτρινη βροχή,
Γίνεται γνώση κι αφορμή,
Για να γυρίσουν πίσω τα παιδιά...
Μαζί και οι φαντάροι...
Μαζί κι ο χρόνος...
...
"Γυρίστε το χρόνο πίσω!!!
Και αλλάξτε τον κόσμο!!!
Και πάρτε η Γη στα χέρια σας!!!"
Είπε ο σοφός γίγαντας του παραμυθιού
Και συνέχισε να γράφει στίχους,
Πάνω στους βράχους των βουνών του Ταύρου...
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ
Το παιδί με τ΄ ασημένια μάτια,
Έκλεισε μέσα στα χέρια του, τον κεραυνό.
...
Αυτό το παιδί, δεν είχε πατρίδα.
Αυτό το παιδί, δεν είχε τύχη.
...
Γεννήθηκε, για να πεθάνει άμεσα.
Ίσως από λάθος...
...
Ίσως κι εγώ να γράφω,
Αναζητώντας ένα λάθος...
...
Την ώρα, που τι παιδί έγινε κεραυνός...
Κεραυνός, που πέφτει...
Ανάβει μια φωτιά
Και χάνεται...
Δεν ξαναγυρίζει, ποτέ...
...
Ότι μένει πίσω, ειν΄ ένας πόλεμος...
Και στάχτες, από χαμένες εποχές...
Και ιστορία, από παρελάσεις,
Με μπάντες, να παίζουν στρατιωτικά μαρς...
...
Ένα άλλο παιδί,
Κρατώντας στο χέρι μια σημαία,
Της μουσικής ακούει την ηχώ
Και βλέπει τους φαντάρους να περνούν...
...
Φοβάται,
Κλαίει...
Πίσω απ΄ τα τζάμια των ματιών του,
Βλέπει το μέλλον...
...
Γιατί κλαίει;
Δεν πρέπει να κλαίει...
Πως το παιδί, θα γίνει άνδρας;
...
Πρέπει να γίνει άνδρας σκληρό...
Είναι πλέον άνδρας...
Είναι φαντάρος...
Είναι νεκρός...
...
Μα η ιστορία, ξεχνάει τους φαντάρους.
Δίνοντας τους, ονόματα άγνωστα,
Σαν τα μνημεία,
Σαν τα κενοτάφια...
...
Μόνη γιορτή στη μνήμη τους,
Τα δάκρυα μιας μάνας...
Ή μιας γυναίκας άλλης.
Κανείς δεν ξέρει ποιας..
...
Ίσως μιας ηθοποιού του θεάτρου,
Ή μιας καλόγριας...
...
Κάθε άγνωστος θάνατος,
Βρίσκει κι ακουμπά,
Σ΄ ένα άγνωστο δάκρυ...
...
Και οι παρελάσεις συνεχίζονται...
Και τα παιδιά, γεννιούνται πάντα...
...
Όπως και τα σύννεφα,
Που σπάζουν ταξιδεύοντας,
Σαν τις εμπορικές αμαξοστοιχίες...
...
Που παν΄ σε τόπους μακρινούς,
Πράγματα και ιδέες,
Χρόνους κι ανθρώπους...
...
Αρκεί στο δρόμο τους,
Τα γεφύρια, να ειν΄ γερά
Και να ΄ναι πάντα μέρα...
...
Γιατί η νύχτα, φέρνει τη βροχή...
Γιατί η νύχτα, φέρνει αόρατους αστυνόμους...
Βαμμένους, με χρώμα κίτρινο...
Βαμμένους απ΄ την κίτρινη βροχή...
...
Έτσι, που τα τρομαγμένα μάτια των αστών,
Να βλέπουν την κίτρινη μάσκα,
Της θύελλας, που ΄ρχεται γοργά...
...
Και ο φόβος τους,
Είναι κι εκείνος κίτρινος,
Σαν το θειάφι...
...
Ο φόβος, το μίσος..., η ζωή...
Ζωή με φόβο και με μίσος...
Σαν τις ζωές στα κάτεργα της κόλασης...
...
Γιατί οι ιερείς, μετρούν γι΄ αξίες,
Τα δειλινά, στα σαπισμένα σπίτια,
Των πιο κακών συνοικιών του κόσμου...
...
Εκεί που το χρήμα, ρέει από παντού...
Κι ο θάνατος πουλιέται σαν χρυσάφι...
...
Γιαυτό, η κίτρινη βροχή,
Γίνεται γνώση κι αφορμή,
Για να γυρίσουν πίσω τα παιδιά...
Μαζί και οι φαντάροι...
Μαζί κι ο χρόνος...
...
"Γυρίστε το χρόνο πίσω!!!
Και αλλάξτε τον κόσμο!!!
Και πάρτε η Γη στα χέρια σας!!!"
Είπε ο σοφός γίγαντας του παραμυθιού
Και συνέχισε να γράφει στίχους,
Πάνω στους βράχους των βουνών του Ταύρου...
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ