Τρίτη 30 Απριλίου 2013

Η ΝΤΡΟΠΗ

Δίσταζε πάντοτε, να της μιλήσει για τον έρωτα.
Έτσι τον είχαν μάθει από μικρό.
Έρωτες...ντροπής πράγματα...
Μετά εκείνη έφυγε...
Κι αυτός, την αγαπά ακόμη...
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

Η ΔΥΣΚΟΛΗ ΖΩΗ

Φθαρμένα ήταν τα παλιά τείχη του κάστρου.
Άχρηστα πια και ρημαγμένα.
Δύσκολη ζωή για πέτρες.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

Η ΕΠΙΒΙΩΣΗ

Ήταν ένα ηλιόλουστο μεσημέρι. Οι άνθρωποι γύρω του, μαζεύανε ατέλειωτα στολίδια. Όταν έφτασε η νύχτα, μοίρασε δίκαια το ψωμί στους μαθητές του. Δεν ήταν ώρα για μάθημα. Ήταν η ώρα, που έπρεπε όλοι τους να επιβιώσουν. Και έζησαν τρώγοντας ένας την ψυχή του άλλου...
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

Η ΡΟΥΛΕΤΑ

ο έρωτας
είναι
η μπίλια
μιας ρουλέτας
...
σε μας
μένει μόνο
το να διαλέξουμε
τα νούμερα
...
αν χάσουμε
μιαν άλλη ρουλέτα
περιμένει
...
ένας άλλος έρωτας
και
μια μάχη
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

ΤΟ ΧΕΡΙ ΤΟΥ ΣΥΜΜΑΧΟΥ

άνθρωποι
με μορφή λεόντων
γύρισαν την πλάτη
στο δικαίωμα τους
στην καλοσύνη
που ο Θεός
τους χάρισε
...
στόχος τους
η κυριαρχία
...
ξέχασαν όμως
ότι λίγοι
αυτοκράτορες
επιβίωσαν
...
οι πιο πολλοί
χάθηκαν από
χέρι συμμάχου
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

Η ΔΙΑ ΤΗΣ ΣΟΦΙΑΣ ΑΝΑΣΤΑΣΗ

Τα κλειστά, πέτρινα σπίτια των χωριών, θυμίζουν τις πέτρινες καρδιές των ανθρώπων...
Οι σοφιστές, το είπαν λογική.
Οι επαναστάτες, το είπαν προδοσία.
Οι άγιοι, το είπαν απουσία.
Και οι ποιητές, το είπαν εξορία...
...
Ήταν πολύ ωραία η ζωή μας, για να ειν΄ αληθινή.
Και οι αποβάθρες, πάντοτε κίτρινες, από τον ήλιο και το θειάφι.
Και η οδός διαφυγής, μία και μοναδική...προς  άγνωστα στρατόπεδα...
Νέοι, γέροι και γυναίκες στη σειρά, ψάχνοντας μιαν αιτία, για να γευθούν τη νέα τους ζωή.
Και γύρω τους, οι άνθρωποι - εγκέφαλοι και καταμετρητές δικαιωμάτων, που καταργήθηκαν...
Αυτός ο τόπος είπαν, πρέπει να πεθάνει...
...
Και δίπλα τους, ο άρχοντας, ο πρεσβευτής κι ο τραπεζίτης, να δίνουν τον ρυθμό του τέλους, μέσα από πολύχρωμα μεγάφωνα...
Άνθρωποι μόνοι, αρνούμενοι τους συνανθρώπους, κινούνται προς ένα κέντρο, που θα τους κάνει πλούσιους...
Πλούσιους και μόνους, μόνους και πλούσιους, χωρίς πατρίδα, χωρίς γειτόνους...
Μόνοι ...νεκροί...
Νεκροί...χυδαίοι...
Με την χυδαιότητα τους, να πατά τις ψυχές των άλλων νεκρών...
...
Και ο Προφήτης σκέφτηκε, τι το προτιμότερο;
Ο ηθικός  ο θάνατος ή η εξορία της λύτρωσης;
Και τότε είδε την άνοιξη, να σέρνει την ψυχή του, στον τάφο της αδιαφορίας, αφήνοντας πίσω τις αμαρτίες του τεχνολογικού χρήματος...
Αυτές οι ζωές, που χάθηκαν στον τάφο μιας χώρας, ζητούν ένα χαμόγελο και μιαν επιστροφή.
Η εκδίκηση, είναι αίσθημα βαρβάρων...
Ο κόσμος προχωρά...
...
Και να ο ήλιος...
Ο ήλιος της χώρας των ανθρώπων...
Όταν χαθεί ο ήλιος, θα χαθούν και οι τύραννοι...
Γιατί ο ήλιος, ανήκει στα παιδιά...
Δεν αντέχουν τα παιδιά οι τύραννοι και κυβερνούν με τον τρόπο του Ηρώδη...
Γιαυτό διατάζουν τον "αρχάγγελο του σκότους", να βάψει όλα τα τζάμια των σπιτιών, μαύρα...
...
Κοιτάζοντας την ηρεμία του Προφήτη, απαντώ με την οργή μου.
Εκείνος ξέρει, εγώ όχι...
Εγώ βλέπω μόνο ένα τέρμα και μόνο λύπης δάκρυα κυλούν απ΄ τα μάτια μου.
Είναι και του Νόμου τα χημικά...
Όταν τα δάκρυα σταματήσουν να είναι χημικά, θα ειν΄  η ώρα της επανάστασης...
Ως τότε, η οργή θα απορροφά την αδικία...
...
Σ΄ αυτό τον τόπο, την επανάσταση, την κάνει πρώτα η φύση...
Μετά η σοφία των προγόνων και τα άψυχα υπολείμματα μιας δόξας, που τους τυράννους τρομάζει...
Κι έτσι τα γραβατωμένα τέρατα του Βορρά και της Δύσης, βλέπουν τον Παρθενώνα, να γίνεται φωτιά και να τους καίει.
Και τον Ναό του Ποσειδώνα, να γίνεται θάλασσα και να τους πνίγει...
Τότε, μεσ΄ την απόγνωση τους, βλέπουν τον Σωκράτη να δικαιώνεται...
Και να γίνεται φως, που δείχνει το μέλλον...
...
Αυτή η ζωή μέσα στον τάφο, είναι γλυκιά...
Όταν ξέρεις, πως ότι όμορφο υπάρχει στη γη, είναι δικό σου...
Τότε, δεν φοβάσαι την ανάσταση, όπως φοβούνται οι άλλοι...
Μόνο μαθαίνεις και γίνεσαι σοφός...
Και δεν μοιράζεις την ψυχή σου, στους διαβόλους του εμπορίου και της εξουσίας των ξένων πρεσβειών...
...
Αυτό, με δίδαξε ο Προφήτης, στις ώρες του σκληρού καθαρτηρίου, εκεί που η ευθύνη έγινε σοφία και οι πειρασμοί, απορρίψεις...
Και αυτός είναι ο δρόμος, μέσα στον οποίο προχωρώ...
"Η δια της σοφίας ανάσταση..."
Γιατί και για να γίνει επανάσταση, χρειάζονται άνθρωποι σοφοί...
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

ΤΟΥ ΜΑΗ

Εσείς πουλιά μου όμορφα,
που γρήγορα πετάτε
παν΄ από κάστρα και χωρά,
κάμπους και ποταμάκια.
...
Μέσα στου Μάη τον καιρό,
στου Πάσχα την ημέρα,
στης μαύρης τούτης ξενιτιάς
τον έρημο τον κόσμο.
...
Είδατε χώρα μοναχή;
Και χώρα λυπημένη;
Είδατε και καμπαναριά,
μόνα χωρίς καμπάνες;
...
Τα είδαμε πολύ καλά
και σπάραξ η καρδιά μας.
Είδαμε γέρους μοναχούς
νέους χωρίς ελπίδα.
...
Είδαμε και τους άρχοντες
αμπέλια να πουλάνε.
Χρυσά πολλά νομίσματα,
στις τσέπες τους να πάνε.
...
Δύο παπάδες μείνανε
κι εφτά καπεταναίοι,
Στον άνεμο να στείλουνε,
τους τρεις τους αποστάτες.
...
Και ο λαός να καίγεται
σ΄ ένα μεγάλο ύπνο...
Καθένας για την πάρτη του,
δυο - δυο για τις καρέκλες.
...
Σήκω σου απάνω ξένε μου
και μην πολυφοβάσαι,
εδώ στην μαύρη ξενιτιά,
ελεύθερος θε να σαι.
...
Μον την πατρίδα σου εσύ,
στο νου σου να την έχεις.
Για την τιμούνε οι νεκροί
εκείνοι, πού χουν φύγει...
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ


Δευτέρα 29 Απριλίου 2013

ΞΗΜΕΡΩΝΕ ΠΑΣΧΑ

ο θρήνος
ακούστηκε μέχρι
τους κοντινούς λόφους
...
οι άνθρωποι του
έλειπαν
...
το νόημα
της μουσικής
ήτανε μια αναμονή
...
ξημέρωνε Πάσχα
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

ΝΥΧΤΕΡΙΝΑ ΠΑΘΗ

Σε κάθε δρόμο, κάπου κρύβεται, ένα μικρό εκκλησάκι.
Που φύτρωσε εκεί, που έπεσε ο σπόρος,
Από  ένα πουλί, που τον  κουβάλησε,
Στην πλάτη του σαν στίχο από ψαλμό  της Διαθήκης...
...
Και έγινε ένα μικρό θαύμα,
Που γύρισε, από χρόνους μακρινούς, παραδίδοντας μια αλήθεια,
Στους μαθητές, που την περίμεναν, για χίλια χρόνια.
...
Αυτοί οι μαθητές, είχαν αποκτήσει πάνω τους,
Την σφραγίδα της αιώνιας υπομονής...
Έχοντας εφεύρει τον τρόπο, η ιστορία να γράφεται πάντα,
Χωρίς καμιά οδύνη...
...
Αληθινά, αν πιστέψει κανείς πως η άνοιξη θα ρθει,
Πηγαίνει κατευθείαν στο καλοκαίρι...
...
Τα όνειρα, για να γίνουν, προϋποθέτουν  πίστη.
Γιαυτό έρχονται νύχτα, μεσ το σκοτάδι...
...
Η μέρα, αφαιρεί το μυστήριο, φανερώνοντας
Την απλότητα των πραγμάτων...
...
Και τότε, οι σταυροί, γίνονται εργαλεία θανάτων.
...
Γιαυτό οι Θεοί, σταυρώνονται τη νύχτα...
Γιαυτό οι εκτελέσεις, των επικίνδυνων
Για την τάξη των καθεστώτων, γίνονται πάντα νύχτα...
...
Μα τη νύχτα, οι κεραυνοί φαίνονται από μακριά...
Έτσι, οι ανατροπές, δεν λείπουν απ΄ τους χρόνους...
...
Γιαυτό, χρειάζεται η ποίηση...
Σαν διερμηνέας, νυχτερινών φαινόμενων και λόγων...
...
Και οι λέξεις,
Σαν σημάδια από πάγους,
Που μια μέρα έλιωσαν
Μέσα στο νεροχύτη της ιστορίας...
...
Αν ο άγνωστος,
Που χτύπησε την πόρτα μου μια μέρα,
Ήταν Θεός,
Εγώ ήξερα από πριν το ρόλο μου...
...
Ήταν κι εκείνη η γυναίκα δίπλα του,
Που ήξερε καλά
Την αλήθεια των ανθρώπων...
...
Το βουνό απέναντι,
Μας περίμενε...
...
Τη μέρα, θα μας δόξαζαν...
Τη νύχτα, θα μας σταύρωναν...
...
Μετά θα μας κάναν λάβαρο,
Ενός νέου κόμματος...
...
Που θα σήμαινε τη έναρξη μιας εποχής
Και την λήξη μιας ειρήνης...
...
Το ξέραμε από πριν,
Μα έπρεπε, να ανεβούμε στο βουνό...
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ



ΟΙ ΡΟΛΟΙ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ

Κοιτάζοντας, τον ελεύθερο χρόνο εμπρός μου,
Βλέπω τις φράσεις μου, να κλέβουν την μουσική του ανέμου.
Ο άνεμος, η ποίηση και η ελευθερία, ζητούν ορίζοντα ανοικτό.
Μπορεί και μια ζεστή αγκαλιά μητέρας
...
Και μια γιορτή της άνοιξης,
Που για μένα τέλειωσε νωρίς.
Τότε ...τότε και πάντα...
...
Οι αιώνες, μπορούν να περιμένουν τη σειρά τους.
...
Έρωτας, λέει ... ή μια θέση εξουσίας...
Αλλά εγώ μισώ τις εξουσίες.
...
Ένα μαστίγωμα ήταν,... μια δοκιμή...
Στην αρχή πέτυχα, μετά απέτυχα...
...
Έτσι απέκτησα, τη γνώση όλη...
Είμαι μια χώρα, ειμ΄ ένας τόπος, ειμ΄ ένας άνθρωπος...
Μια μονάδα, ένας αριθμός, ένα σημείο...
Όλη η γνώση, μέσα σ΄ ένα σημείο.
Και χαμόγελο, μαζί και πόνος...
...
Και μετά η άνοιξη, εμφανίστηκε γυμνή,
Προκαλώντας με τα κάλλη της.
...
Μετά, φόρεσε ρούχα σοβαρά
Και ζητούσε μια παρέα.
...
Στο τέλος φόρεσε μια τήβεννο  εισαγγελέα
Και μοίραζε ποινές...
...
Και το ξερα καλά...
Εγώ έφταιγα για όλα...
Κάγχασα...
...
Μάρτιος, Απρίλιος, Μάιος...
Τέλειωσε...
Η άνοιξη χαιρέτησε την υπεροψία
Και πήρε το δρόμο της φυγής...
...
Άνοιξη, απόλαυση, εξουσία...
Και ψεύτικος πειρασμός και ψεύτικη ελπίδα...
Σαν διαφήμιση τραπεζίτη και σαν λόγος υπουργού...
...
Μα ήταν ωραία η άνοιξη...
Μα είναι ωραία κάθε άνοιξη...
...
Και η πιο ωραία άνοιξη,
Είναι εκείνη που έρχεται, όταν δεν την περιμένεις...
...
Εκείνη μένει μαζί σου και ζει για πάντα
Και αν δεν ήλθε ακόμη, σύντομα θα ρθει...
Αρκεί φίλοι μου, να μην μολυνθεί η σκέψη μας...
...
Να προσέχουμε το μυαλό μας, λοιπόν...
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

Κυριακή 28 Απριλίου 2013

ΟΙ ΔΕΣΜΟΦΥΛΑΚΕΣ

ήταν
ο φόβος
που είχε γίνει
συνήθεια
...
και
της ηθικής
τα λόγια
το φάρμακο
για
να μην πάψει
κανείς
να φοβάται
...
όλοι γύρω
οι άνθρωποι
είχαν γίνει
δεσμοφύλακες
των
δικών τους
δικαιωμάτων
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

ΟΙ ΣΤΙΧΟΙ

οι στίχοι
που
χαϊδεύουν αυτιά
καθηλώνουν
τις σκέψεις
σε κόσμους
εικονικούς
και
επαναλαμβανόμενους
...
τότε
οι πραγματικοί ποιητές
σωπαίνουν
...
προτιμώντας
να μιλούν
με τα μάτια
στα λουλούδια
...
γιατί
τα πουλιά
έχουν
ήδη φύγει
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

Ο ΣΟΦΙΣΤΗΣ

η αλλαγή
των λόγων
του σοφιστή
ανάλογα
με ποιόν
συνομιλούσε
...
ήτανε
δώρο Θεού
για
την δική του
επιβίωση
...
για τους άλλους
πούλαγε ελπίδα
κάποιος
άλλος Θεός
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

Η ΤΕΧΝΗΤΗΣ ΥΠΟΚΡΙΣΙΑΣ

Μετά βαΐων και κλάδων, εισήλθε ο Ιησούς στα Ιεροσόλυμα.
Είχανε μείνει λίγες ώρες, για να γίνει η δίκη του,
Από τον ίδιο Λαό, που θα παιρνε μιαν άλλη απόφαση.
"Σταύρωσον Αυτόν"
Βλέπεις φίλε μου, ότι μας ενοχλεί
Και ότι δεν έχει τίποτε άλλο να μας δώσει,
Το σκοτώνουμε...
Και μετά φίλε μου, χαμογελώντας λέμε:
"Αχ πόσο μας λείπει"...
Είναι αυτή, η υψηλή τέχνη της υποκρισίας...
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ


Σάββατο 27 Απριλίου 2013

ΟΙ ΤΣΕΠΕΣ ΤΩΝ ΤΑΠΕΙΝΩΝ ΟΝΕΙΡΟΠΌΛΩΝ

τα αγαθά
τόνιζαν
την διαφορά
όσων τα είχαν
απ΄ τον Θεό
...
οι Θεοί
μπορούν μόνο
να δείχνουν
...
μα
όπου δείχνουν
μόνο
λόγια κατοικούν
...
τα αγαθά
είναι
όσων τα έχουν
...
για τους περαστικούς
νόημα έχει
μόνο
ένας δρόμος
...
και
τα αργύρια
είναι παντοτινά
και μεταναστεύουν
από έχοντες
σε έχοντες
...
Κάνοντας
μικρές στάσεις
στις τσέπες
ταπεινών ονειροπόλων
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

ΤΟ ΚΡΕΑΣ

το πιο νόστιμο
κομμάτι κρέας
διάλεγαν πάντοτε
για να κρύψουν
μέσα του
το πιο ισχυρό
δηλητήριο
...
αυτό
το κομμάτι
μετά
το έλεγαν
ελπίδα
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

ΤΑ ΑΝΑΠΟΔΑ

το βιβλιο
με τα παράδειγμα
προς μίμηση
διάβασε ανάποδα
...
κι έγινε
παράδειγμα
προς εκφοβισμό
...
τότε πρόσεξε
πως όλοι
διάβαζαν
τα βιβλία τους
ανάποδα
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

Παρασκευή 26 Απριλίου 2013

ΠΕΡΠΑΤΩΝΤΑΣ ΣΤΗ ΒΡΟΧΗ

   Απόψε η απουσία της, έγινε θεικός πειρασμός. Έχω την ικανότητα, πάντοτε να μετατρέπω, τους πειρασμούς σε λάθη, υποκύπτοντας... Μα σήμερα αποφάσισα, να κάνω κάτι άλλο, γιαυτό βγήκα να περπατήσω στη βροχή. Μόνο τα αναμμένα φώτα της πόλη, έχουνε κάποιο ενδιαφέρον, καθώς πίσω τους κρύβονται, οι πιο αθώες αμαρτίες προσώπων και πόθων. Γιαυτό προσπέρασα το κρύο συναίσθημα της εκδίκησης, κάνοντας μια καντάδα ή μια  προσευχή, έξω από την κλειστή πόρτα της καρδιάς της...
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

Πέμπτη 25 Απριλίου 2013

Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

κανείς
ποτέ δεν κοίταξε
τι κρύβει
το φεγγάρι πίσω του
...
έτσι
ο δρόμος χάθηκε
πίσω
από στρατώνες
και μεγάλα
καταφύγια ονείρων
...
γιαυτό
η επανάσταση
δεν τέλειωσε ποτέ
...
κι όλοι τώρα
κρύβουν τις μαύρες τρύπες
μιας ιστορίας
που να γραφεί
δεν πρέπει
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΗΣ ΧΥΛΟΠΙΤΑΣ

Όμορφες καλές κυρίες,
που πολύ σας αγαπώ
φτιάξτε - φτιάξτε χυλοπιτες
φεύγ΄η  ώρα και πεινώ.
...
Από φίνο αλευράκι,
από γάλα και αυγά,
την αγάπη, την τελειώνουν
δίχως λύπη και καυγά.
...
Στην Ευρώπη, στην Ασία
και στη Βόρεια Αμερική,
χυλοπίτες τρώνε όλοι
και πατάτες μερικοί.
...
Και μεγάλες δεσποινίδες
και ωραίοι νεαροί
το φαι τρών  οι μεγάλοι
και ζηλεύουν οι μικροί.
...
Φάτε - φάτε χυλοπίτες
κι ας πονάει η καρδιά,
είναι το φαι, που όλοι,
μάθαμε από παιδιά.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ

λυκόφως
και χρόνοι μακρινοί
που ο έρωτας
σημάδεψε
με την σοφία
του Θεού
...
η κλίμακα
για τον ουρανό
έμεινε όρθια
...
περιμένοντας
μια εντολή
για να ανοίξει
...
ο δρόμος
προς τον Παράδεισο
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΣ

όταν
κοιτάζοντας τον ουρανό
δεν βλέπεις
το φεγγάρι
...
όλος ο χειμώνας
σου δείχνει
την ανάγκη
μιας ανάστασης
...
αν
κοιτάζεις πίσω
βλέπεις μόνο δράκους
...
μπροστά σου
ειν΄ ο Θεός
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

Η ΑΝΟΙΞΗ

μίλησε
η νεκρή άνοιξη
...
με των θεών
την άδικη απόφαση
...
μόνο
οι νεκροί
θα μάθουν
πως
η βροχή
ποτέ
δεν θα ρθει
...
κι έμειναν
λίγες ημέρες
μέχρι την  αρχή
...
η άνοιξη
έφυγε
...
η άνοιξη
γυρίζει
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΤΟΥ ΧΩΜΑΤΟΣ

περιμένοντας
μια νύχτα
με ολόγιομο
φεγγάρι
...
η γη
αχνίζει
τους πόθους
του κατάφυτου χωραφιού
...
είναι
η ώρα
να ζητήσει το χώμα
...
αυτό
το έσχατο
δικαίωμα του
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΩΡΑ ΤΟΥ ΑΔΑΜ

υπάρχει ίσως
ένα όριο
στο συναίσθημα
της αγάπης
...
κάποτε
ή
και τώρα
...
στην τελευταία συγχορδία
του μελαγχολικού
οργανοπαίκτη
...
και
στην τελευταία ώρα
του Αδάμ
...
πριν την κάθοδο
στη κόλαση
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

ΠΑΣΧΑ ΣΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ

είναι
οι πρώτες ώρες
που η άσφαλτος
αισθάνεται
ξανά ζεστή
..
και
η μοναχή
ετοιμάζει το Ναό
για τις ακολουθίες
του Πάσχα
..
το Πάσχα
στο μοναστήρι
του Άι Νικόλα
είναι ο χρόνος
..
που γυρίζει
τις στιγμές του
πίσω
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

ΟΙ ΑΡΝΗΣΕΙΣ

στη μέση
μιας φωτεινής ακτίνας
υπάρχει το μέτρο
της τελικής
λάμψης των άστρων
...
όταν
τα άστρα
γίνονται είδωλα
...
είναι νικητής
η μοναξιά
...
και οι αρχηγοί
γίνονται θειάφι
...
και οι πολίτες
γίνονται αρνήσεις
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

Τετάρτη 24 Απριλίου 2013

Ο ΑΡΧΙΕΡΕΑΣ

το σώμα της
ήταν
ερωτικά βαλμένο
στο πλάνο
του κλειστού
και αόρατου δωματίου
...
κι εκείνο
το απρόσμενο μεσημέρι
απαιτούσε και πάλι
σκληρές πράξεις
έρωτα
...
σ΄ εκείνη τη γιορτή
έγινα
ο πιο ευτυχής
αρχιερέας
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

Η ΑΥΤΟΕΞΟΡΙΑ

ο αντίλαλος των ήχων
στο σκοτεινό διάδρομο
αφαιρεί
την μνήμη των θανάτων
...
πάνω στην ώρα
της κατοχής του μαύρου
...
εκεί επιστρέφουν
οι αισθήσεις
γυρεύοντας
μια αναγκαστική
γνώση ενός κακού
...
η δύναμη
της γνώσης
αφαιρεί
τα ένστικτα
των δολοφόνων
...
και έτσι
η αυτοεξορία
γίνεται
διέξοδος ποιότητας
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

Τρίτη 23 Απριλίου 2013

Οι Σελίδες

στις σελίδες
που γέμισαν με ποίηση
...
άνθισαν 
τα όμορφα λουλούδια
του έρωτα
...
και 
έγιναν βιβλίο
...
και 
έγιναν  γυναίκα

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

Δευτέρα 22 Απριλίου 2013

Ερωτικός Δογματισμός

κοιτάζοντας ένα κάδρο
ή
αναπολώντας μια θέα
...
άφοβα
και σιωπηλά
ανακαλύπτω
ένα φόβο
...
φόβος
άγχος
ανασφάλεια
...
έρωτας
σε αδράνεια
...
λόγω
κακού συγχρονισμού
...
ή
λόγω πίστης
σε διαφορετικά
ερωτικά δόγματα
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

Η Απασχολημένη

απορροφημένη
στις ασχολίες της
δεν πρόσεξε την ύπαρξη μου
...
ίσως
γιατί δεν έκαμα θόρυβο
...
μα
κανείς δεν την αγάπησε
όσο εγώ
...
μα
ήμουν αθόρυβος
...
κι εκείνη
πολύ απασχολημένη
..
ή
δεν της άρεσαν
οι ποιητές
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

Η ΣΑΥΡΑ

Μια σαύρα, στέκεται απέναντι μου και μου χαμογελά!
Τώρα μόλις πρόσεξα, πως άλλαξε η εποχή!
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

Η ΚΟΙΜΩΜΕΝΗ

Πίστεψε πως ο έρωτας ειν΄ αθάνατος
Και μετά, γύριζε στους δρόμους της πόλης,
Εντός μιας μέρας, που είχε να προσφέρει μόνο σύννεφα.
...
Στο τέλος του δρόμου, είδε τον Μητροπολιτικό Ναό...
Δεν ήταν η βασιλική του Αγίου Μάρκου της Βενετίας,
Ούτε η Παναγία της θάλασσας, της Βαρκελώνης...
...
Θα ήθελε πολύ να είναι, ένας ναός της τέχνης,
Μια σταθερή προέκταση της πίστης των Αγίων,
Προς την αθανασία των πραγμάτων...
...
Είναι πράγμα ο έρωτας;
Είναι χώμα ο έρωτας;
...
Ο έρωτας είναι νερό, που κυλάει,
Αυλακώνοντας, τα ήρεμα πρόσωπα,
Των πιο απλών ανθρώπων.
...
Γιαυτό, τα σύννεφα ειν΄ ένοχα,
Όπως και οι Θεοί,
Όπως και το κερί, που δεν το άναψαν ποτέ.
...
Γιατί τα σύννεφα, έκρυβαν τον ήλιο,
Ποτίζοντας την σκηνή, με δραματικές σταγόνες ηρεμίας...
Μέχρι το καλοκαίρι, να φέρει
Μια αγανάκτηση, φτιαγμένη από φωτιά...
...
Και η γυναίκα, που δεν γνώρισε την αμαρτία,
Χαμογελά, γνωρίζοντας το μέλλον...
...
Τι είναι μέλλον;
Μπορεί να είναι μια στιγμή,
Πριν το απόλυτο ατομικό μας "μηδέν"...
...
Δίπλα της, περνούσαν αυτοκίνητα...
Και ημιθανείς φτωχοδιάβολοι,
Ζητούσαν έλεος...
...
Στις θαλάσσιες σπηλιές,
Ονειρεύτηκε να ζήσει το βάπτισμα της,
στους επτά δρόμους, των αισθήσεων της τέχνης.
...
Θα ήταν ένας ακόμη ρόλος.
Ένας ρόλος τραγικός...
Η απόλυτη πίστη, γεννάει τραγωδίες...
...
Όπως κι ο πόνος της κρύας νύχτας.
Ο πόνος κι ο εχθρός.
Ο εχθρός κι ο φίλος.
...
Και συνέχισε να περπατά,
Ψάχνοντας λιμάνι, σε πόλη δίχως θάλασσα...
...
Μα κάποτε κι εκεί υπήρχε θάλασσα...
Κάποτε...
...
Και πάλι στη σκηνή, εκείνη κι ο χρόνος...
Ο χρόνος, που πάντα δείχνει μια δύση...
Ο χρόνος, που πάντα δείχνει μια χώρα, στη δύση της.
...
Κανείς δεν της μιλά...
Αφού το σώμα της, αρνήθηκε τον πόνο...
Εκείνοι, έβλεπαν στα μάτια της , μονάχα απειλές...
...
Η πλανεμένη περιπλάνηση της,
Θα τέλειωνε μια μέρα...
Από τις μέρες, που θα γύριζαν πίσω
Από τις μάχες οι Σταυροφόροι...
...
Δεν θα τους περίμενε...
Δεν θα τον περίμενε...
Τον Θεό, τον εραστή και τον έρωτα...
...
Δεν υπήρξε γέννηση,
Δεν υπήρξε θάνατος...
Όλα ήταν μνήμες...
Το είχε πλέον μάθει...
...
Ήταν η στιγμή, που στάθηκε,
Για ν΄ αγναντέψει τα βουνά...
...
Τότε, ξάπλωσε ανάμεσα τους...
Βουνό έγινε κι εκείνη...
"Κοιμωμένη", την είπε ο λαός...
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ


Κυριακή 21 Απριλίου 2013

Η ΚΙΤΡΙΝΗ ΒΡΟΧΗ

Όταν σώπασε ο ήχος της βροχής,
Το παιδί με τ΄ ασημένια μάτια,
Έκλεισε μέσα στα χέρια του, τον κεραυνό.
...
Αυτό το παιδί, δεν είχε πατρίδα.
Αυτό το παιδί, δεν είχε τύχη.
...
Γεννήθηκε, για να πεθάνει άμεσα.
Ίσως από λάθος...
...
Ίσως κι εγώ να γράφω,
Αναζητώντας ένα λάθος...
...
Την ώρα, που τι παιδί έγινε κεραυνός...
Κεραυνός, που πέφτει...
Ανάβει μια φωτιά
Και χάνεται...
Δεν ξαναγυρίζει, ποτέ...
...
Ότι μένει πίσω, ειν΄ ένας πόλεμος...
Και στάχτες, από χαμένες εποχές...
Και ιστορία, από παρελάσεις,
Με μπάντες, να παίζουν στρατιωτικά μαρς...
...
Ένα άλλο παιδί,
Κρατώντας στο χέρι μια σημαία,
Της μουσικής ακούει την ηχώ
Και βλέπει τους φαντάρους να περνούν...
...
Φοβάται,
Κλαίει...
Πίσω απ΄ τα τζάμια των ματιών του,
Βλέπει το μέλλον...
...
Γιατί κλαίει;
Δεν πρέπει να κλαίει...
Πως το παιδί, θα γίνει άνδρας;
...
Πρέπει να γίνει άνδρας σκληρό...
Είναι πλέον άνδρας...
Είναι φαντάρος...
Είναι νεκρός...
...
Μα η ιστορία, ξεχνάει τους φαντάρους.
Δίνοντας τους, ονόματα άγνωστα,
Σαν τα μνημεία,
Σαν τα κενοτάφια...
...
Μόνη γιορτή στη μνήμη τους,
Τα δάκρυα μιας μάνας...
Ή μιας γυναίκας άλλης.
Κανείς δεν ξέρει ποιας..
...
Ίσως μιας ηθοποιού του θεάτρου,
Ή μιας καλόγριας...
...
Κάθε άγνωστος θάνατος,
Βρίσκει κι ακουμπά,
Σ΄ ένα άγνωστο δάκρυ...
...
Και οι παρελάσεις συνεχίζονται...
Και τα παιδιά, γεννιούνται πάντα...
...
Όπως και τα σύννεφα,
Που σπάζουν ταξιδεύοντας,
Σαν τις εμπορικές αμαξοστοιχίες...
...
Που παν΄ σε τόπους μακρινούς,
Πράγματα και ιδέες,
Χρόνους κι ανθρώπους...
...
Αρκεί στο δρόμο τους,
Τα γεφύρια, να ειν΄ γερά
Και να ΄ναι πάντα μέρα...
...
Γιατί η νύχτα, φέρνει τη βροχή...
Γιατί η νύχτα, φέρνει αόρατους αστυνόμους...
Βαμμένους, με χρώμα κίτρινο...
Βαμμένους απ΄ την κίτρινη βροχή...
...
Έτσι, που τα τρομαγμένα μάτια των αστών,
Να βλέπουν την κίτρινη μάσκα,
Της θύελλας, που ΄ρχεται γοργά...
...
Και ο φόβος τους,
Είναι κι εκείνος κίτρινος,
Σαν το θειάφι...
...
Ο φόβος, το μίσος..., η ζωή...
Ζωή με φόβο και με μίσος...
Σαν τις ζωές στα κάτεργα της κόλασης...
...
Γιατί οι ιερείς, μετρούν γι΄ αξίες,
Τα δειλινά, στα σαπισμένα σπίτια,
Των πιο κακών συνοικιών του κόσμου...
...
Εκεί που το χρήμα, ρέει από παντού...
Κι ο θάνατος πουλιέται σαν χρυσάφι...
...
Γιαυτό, η κίτρινη βροχή,
Γίνεται γνώση κι αφορμή,
Για να γυρίσουν πίσω τα παιδιά...
Μαζί και οι φαντάροι...
Μαζί κι ο χρόνος...
...
"Γυρίστε το χρόνο πίσω!!!
Και αλλάξτε τον κόσμο!!!
Και πάρτε η Γη στα χέρια σας!!!"
Είπε ο σοφός γίγαντας του παραμυθιού
Και συνέχισε  να γράφει στίχους,
Πάνω στους βράχους των βουνών του Ταύρου...
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

Η ΑΡΧΟΝΤΙΣΣΑΤΟΥ ΣΑΛΟΝΙΟΥ

Του σαλονιού η αρχόντισσα, η λουλουδοφορούσα
Αυτή, που μόνη ήτανε, η αστεροκρατούσα,

Τους προεστούς εκάλεσε  κι όλα τα παλικάρια.
Τους πότισε, τους τάισε και στο καλό τους στέλνει.

Μόνο κρατεί σαν αστραπή, μες το πανώριο σπίτι,
Αυτόν τον όμορφο το νιο, το πρώτο παλικάρι...

Γιατί ρωτεύθει τον μικρό, η όμορφη γυναίκα.
Τον όμορφο τον άγγελο, τον παραστρατημένο.

Τον πήρε, τον σεργιάνισε , κυλήσθει στο λιβάδι,
Μιας αμαρτίας μυστικής, προφέροντας του χάδι ...

Ποτάμι μαύρο του βοριά, του νότου η αγάπη,
Που χρόνους δεν εκοίταξε, μόνο δυο μαύρα μάτια,

Δυο μάτια με τον έρωτα, δυο χείλη με τον πόνο.
Τα βάσανα μες τη ζωή, τέλος δεν έχουν μόνο.

Κι όταν ο νέος έφυγε, της έμειν΄ η αγάπη,
Σ΄ ένα πουγκί την έβαλε, ποτέ δεν ζήτησ΄ άλλη...
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

Σάββατο 20 Απριλίου 2013

ΑΝΤΙΘΕΤΕΣ ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ

Μου είπε. "θέλω να κάνουμε έρωτα, μα δεν σ΄ αγαπώ..."
Ήταν πολύ όμορφη...
Την κοίταξα στα μάτια...
"Εγώ δεν θέλω...", της είπα...
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

Ο ΥΜΝΟΣ ΣΤΗΝ ΑΝΑΠΑΡΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ

   Ένα παράξενο κρύο, έκανε τον ήλιο του Απρίλη, να νοιώθει πως είχε γίνει διάφανος, σαν τις πλαστικές σακούλες των παλιών παντοπωλείων. Και στους δρόμους της πόλης, οι άνθρωποι, ήτανε όλοι ίδιοι. Η σφραγίδα, είχε μπει πολλά χρόνια πριν...Και όλοι οι άρχοντες των υπογραφών, είχανε πια πεθάνει... Αυτός ο κόσμος είχε δημιουργηθεί, για την ανακύκλωση ψυχών, αφιερωμένων στην υπηρεσία της παραγωγής... Και τα μεγάφωνα, συνέχιζαν να παίζουν τον ύμνο, εις τηντην αναπαραγωγή των προϊόντων....
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

Παρασκευή 19 Απριλίου 2013

ΤΟ ΕΙΣΗΤΗΡΙΟ

   Ήταν η μέρα, που γύρισε από το πιο μακρύ ταξίδι της ζωής του. Ήταν άνοιξη... Μόλις έφτασε στο τόπο του, ένοιωσε ξένος. Όλα πλέον, είχαν αλλάξει... "Είναι αυτός ο τόπος μου;" αναρωτήθηκε... Μόνο η θάλασσα, του θύμιζε το παρελθόν του... Δεν μίλησε σε κανένα... Σταμάτησε εμπρός απ΄ το λιμάνι. Μπήκε στο πρώτο ταξιδιωτικό γραφείο που βρΉκε εμπρός του και αγόρασε ένα εισιτήριο, προς προορισμό άγνωστο...Τότε μόνο κατάλαβε, πως το νέο ταξίδι του, άρχιζε εκείνη μόλις τη στιγμή... και μπήκε στο φέρρυ  μπόουτ της γραμμής γη- ουρανός...
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

ΤΟ ΕΡΗΜΟ ΜΠΑΡάρει.

Μέσα στο έρημο μπαρ της εθνικής οδού, πια κατοικεί το παρελθόν. Η αλλαγή της χρήσεις του τόπου, έφερε μόνο απαιτήσεις...Έβρεχε...και το αυτοκίνητο που σταμάτησε, έκανε τις σταγόνες της βροχής, δάκρυα... Ή νέα δεκαετία, έφερε μόνοι βροχές...Και το έρημο μπαρ, αξιοθέατο της εποχής των χρυσών αιώνων... Μια γάτα ή μια αλεπού, διέσχισε ανενόχλητη το δρόμο... Οι βάρβαροι, είχαν φύγει...
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

ΣΤΟΥ ΑΙ ΓΙΑΝΝΙΟΥ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

Στου Αι Γιαννιού την εκκλησιά, ήτανε μέρα Πασχαλιά,
Που το κορίτσ΄ εφάνει απ τη γωνιά,
Φέρνοντας φύλλα στην καρδιά...
...
Και στου χωριού τα περιβόλια, τα δέντρα έδεσαν καρπούς,
Με τις Λαμπρής τους στεναγμούς,
Κρασί γεμίσαν τα ποτήρια...
...
Ή ώρα πέρασε γοργά κι ο ήλιος έφυγε μακριά,
Σαν της θαλάσσης τα πουλιά,
Που έχουν οδηγό την πούλια...
...
Που το κορίτσι τ΄όμορφο, βλεπ΄ απ΄ το παραθύρι,
Κρατώντας δίσκο από μπακίρι,
Ξεκίνησε τον πανηγύρι...
...
Χορεύοντας ο άνεμος, χορεύοντας τ΄ αγόρι.
Μες της πλατείας τ΄ ανηφόρι,
Χαμογελώντας της γλυκά...
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

Ο ΝΕΟΣ ΜΟΥ ΔΟΥΛΟΣ

Περπατώντας στο δρόμο προς τη δύση,
Ξεπέρασα, τον μαγεμένο μου εαυτό.
...
Και πίσω, μείναν οι φίλοι
Και της ασχήμιας η αρχοντιά,
Έδειξε στον μπάτσο, μια καρακάξα.
...
Εκείνη, κουνώντας την ουρά της,
Έγινε σταυρός καρφωμένος σε μαύρο τοίχο.
...
Γιατί η πολιτεία, πλέον έχει χρώμα μαύρο.
Και οι πολίτες, ειν΄ φτιαγμένοι από φελλό.
...
Μια αρμόνικα, παίζει τον ύμνο του θανάτου...
...
Αθάνατοι, μόνο οι φεουδάρχες...
Όσοι ζήσαμε, ζήσαμε από τύχη.
Τώρα, η τύχη μας, τέλειωσε...
...
Και η ψυχή σου πια αδειάζει.
Τόσο, που καταθέτεις μόνος σου,
Την αίτηση της αυτοεξορίας,
Λέγοντας ζήτω στον τύραννο.
...
Και το πρωί ξυπνάς σε έρημο νταμάρι,
Εκεί, που τάχτηκες να σπάζεις πέτρες,
Δίνοντας το καλό παράδειγμα...
...
Και αν περάσει ένα πουλί
Και αν για λευτεριά μιλήσει,
Εσύ ξέρεις...
Είναι πουλί διαβόλου, είναι πουλάκι ψεύτικο...
...
Όποιος μιλά για λευτεριά, είναι ψεύτης...
Την αλήθεια λέει μόνο, ο πίνακας ανακοινώσεων,
Του στρατοπέδου της εξαφάνισης του νου...
...
Μετά, σηκώνεις το όπλο
Και σκοτώνεις αυτόν που λέει "όχι".
Δεν το ξέρεις, μα εισ΄ εσύ ο ίδιος.
...
Και ο φεουδάρχης,
Παίζοντας ηλεκτρονική μονόπολη,
Πανηγυρίζοντας, λέει:
"Ένας δούλος μου πέθανε...
Ζήτω ο νέος μου δούλος!"
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

Η ΕΝΤΟΛΗ

Τα ποτάμια του καλοκαιριού, νερό δεν έχουν.
Στην κοίτη τους, κυλά η θλίψη και ταΐζει με όνειρα τα ψάρια.
...
Την ώρα, που στο μοναστήρι χορτάριασαν οι προσευχές,
Οι εργάτες, προσπέρασαν το αμίλητο μικρό παιδί,
Που με το ΄να χέρι έδειξε, εν΄ άδειο βλέμμα.
...
Ο Πρόεδρος, έκλεισε τον μαύρο χαρτοφύλακα
Και ρουφώντας τον καπνό απ΄ το πούρο του,
Απάγγειλε την ωδή σε μια παραίτηση,
Που δεν θα υπέβαλε ποτέ...
...
Γιατί η ιστορία, όταν γράφεται με αίμα,
Δεν συγχωρεί τους απόντες.
...
Γιατί η ιστορία, όταν γράφεται με χρήμα,
Τους δολοφόνους , κάνει ήρωες.
...
Για΄τι η ιστορία, όταν γράφεται με ενοχή,
Λέει και κάποια αλήθεια.
...
Και η πραγματική η άνοιξη, δίνει στον χάροντα,
Την αποστομωτική απάντηση των αισθήσεων και των τοπίων.
Και ο επιτάφιος, ανασταίνει της συγκινήσεις των πιο ερωτικών στιγμών.
...
Αν η Αντιγόνη έτρεχε στα λιβάδια,
Οι παπαρούνες, θα κοκκίνιζαν πιο νωρίς,
Κοιτάζοντας την  να περνά,
Δίπλα απ΄ τον πύργο του άδικου ονείρου.
...
Του πύργου, με τα χρυσά κλειδιά,
Του πύργου, των ξεπεσμένων  Αγίων.
...
Δεν ειν΄ αυτή η εποχή για Άγιους.
Τώρα, μ΄ ένα σπαθί κι ένα κουμπί,
Ο κόσμος προοδεύει.
...
Τέλος, ο Πρόεδρος, έδωσε την εντολή,
Να πυροβολείται άμεσα, κάθε τοίχος,
Που πάνω του έχει γραμμένο ένα στίχο...
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

Πέμπτη 18 Απριλίου 2013

Η ισορροπία, του πιο ανισόρροπου απογεύματος.

Κάθε στάση, κάθε στροφή και κάθε δρόμος,
Κρατούν κρυφούς τους τάφους των νεκρών περιστεριών
Και των χρόνων της μεγάλης δίψας...
...
Η ομορφιά, θυσιάστηκε στο βωμό των καραφλών κρανίων.
Και η πονηρή γυναίκα κραύγασε, τα λόγια της χυδαίας ελπίδας,
Εμπρός στην μάζα των ανθρώπινων προβάτων.
...
Η πέτρα, ήτανε έτοιμη και ο χιλιοστός Άγγελος,
Θυσίασε πάνω της με μια κίνηση, χίλια πρόβατα...
...
Οι μάγοι τότε, δεν ήξεραν, ποιο από τ΄ αστέρια ν΄ ακολουθήσουν
Και τα σύνορα των πατρίδων πηγαινοερχόταν ,
Σαν τους σερβιτόρους των καφέ της μεγάλης πλατείας.
...
Όταν  το νερό, ξεκίνησε να τρέχει στις πηγές και πάλι,
Ο φόβος, έδιωξε τα περιστέρια.
...
Μίλησε κανείς για ειρήνη;
Μίλησε κανείς για πόλεμο;
Απαγορεύεται...
...
Τα δακρυσμένα μάτια, πρέπει να γίνουν χαμόγελα...
Οι κίτρινοι φάκελοι, πρέπει να κοκκινίσουν...
...
Μα ποιος θα κλείσει την εποχή, δοξάζοντας μια μάχη;
Και ποιος θα διαλέξει το χρώμα της ανάστασης,
Στην παραλία των γυμνιστών;
...
Ο κολασμένος Άγγελος, που βγήκε απ΄του ταύρου το σπέρμα,
Δένει λουριά στα άλογα και στα νεράντζια χύνει μέλι...
Και τυμπανίζει τον σπαραγμό, στο σώμα μιας παρθένας.
...
Από την άσπρη πύλη πέρασε, σαν τον νέο Σουλτάνο,
Σε μαύρο άλογο ψηλά, σέρνοντας κάπνα λιβανιού...
Δέρνοντας με μαστίγιο, του μοναχού την σκέψη...
...
Την ώρα, που τα λάστιχα, πύρωναν λαμαρίνες...
Την ώρα, που μια όμορφη έψαχνε το φιλί της...
...
Μ΄ αυτό τον τρόπο η ψυχή, χάρισε τη ν ίκη στον εχθρό της...
Και ο Άγγελος και ο Διάβολος, γιόρτασαν μαζί,
Το τέλος της ισορροπίας του πιο ανισόρροπου απογεύματος...
...
Εντέλει, όλα είναι νύχτα...
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

Τετάρτη 17 Απριλίου 2013

Η ΣΥΝΘΕΣΗ ΤΩΝ ΕΙΚΟΝΩΝ

Όταν το γυμνό της σώμα, γίνεται μια θέα, το καλοκαίρι φέρνει  φως στα μάτια της αγάπης...
Έτσι, που η αίσθηση της ομορφιάς της, να προσδίδει αξία, στην σύνθεση εικόνων των ονείρων μου.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΑΡΆΔΟΣΗ ΤΩΝ ΟΠΛΩΝ

Η έρημη παραλία του Χειμώνα, κρύβει την έρημη καρδιά μου. Μια ληγμένη αγάπη, αράζει το σκάφος της, στα  τσακισμένα απ΄ την φουρτούνα βότσαλα... Εκεί, κάτω απ΄ τη βροχή βαδίζω, με άδεια όνειρα παρέα... Ο φρουρός, υπομένει στην υγρή του σκοπιά, τις ώρες που φεύγουν... Αυτός ο χρόνος, ειν΄ ένα μαχαίρι... Σαν και όλη τη ζωή.. Και βρέχει δυνατά... Χωρίς ομπρέλα, προχωρώ προς το λιμάνι... Οι ψαράδες, δεν δουλεύουν σήμερα... Ευτυχώς, που λείπουν...Ντρέπομαι!.. Ντρέπομαι σαν τους φαντάρους που χάσανε τη μάχη... Τώρα πια ψάχνω το δρόμο, που θα με βγάλει μακριά από το μέρος, που παρέδωσα τα όπλα...
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

Οι ΜΕΡΕΣ ΠΟΥ ΠΕΡΝΟΥΝ

Η γη, ταξιδεύει στο σύμπαν
Και ο ήλιος στην κόλαση.
Έτσι γεννήθηκε το πάθος.
Έτσι γεννήθηκ΄ η φωτιά.
...
Ο τόπος, έχει χίλιες θάλασσες.
Ο ουρανός είναι μια δόξα.
Η άρνηση και μια διαγραφή,
Έδιωξε τον πόνο απ΄ το μυαλό της Παναγίας.
...
Κάθε σημαία που ανεμίζει,
Δείχνει τον δρόμο για μια μάχη.
Κάθε στίχος, που σ΄ ένα τοίχο γράφεται,
Σμιλεύει χαμόγελα παιδιών...
...
Και ο Θεός, μας συγχωρεί και...ευλογεί...
Και ο Χριστός, πάντα σταυρώνεται΄...
Και ακούραστα ανθρώπους ανασταίνει...
Και το μολύβι γράφει, τις μέρες που περνούν...
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

Η ΑΝΟΙΞΙΑΤΙΚΗ ΓΙΟΡΤΗ

Όλα γυρίζουν πίσω, εκτός απ΄ τον έρωτα.
Η αργή μουσική, επιβεβαιώνει την ύπαρξη της άνοιξης.
Κάποιοι άνθρωποι, υπάρχουν από λάθος.
...
Όλα γυρίζουν πίσω, εκτός απ΄ την αγάπη.
Η αίσθηση του χαλαρού λόγου,
Επιβεβαιώνει, την έλλειψη αξίας.
Και το χρυσωρυχείο, σκότώνει  τα χαρτονομίσματα.
...
Αυτό το χαρτί, θα μείνει λευκό για πάντα,
Όπως και τα μάρμαρα των τάφων...
...
Κοιτώντας στον καθρέφτη της, είδε τον ίδιο τον Θεό...
Μέτα το πρόσωπο της γέμισε σκουλίκια...
Και τότε, την ρούφηξε η γη....
...
Επέστρεψε σαν χώμα, μα όχι σαν αγάπη...
Όλο το χώμα, γίνεται χώμα...
Μόνο η αγάπη ταξιδεύει...
...
Στις καλλιέργειες, παράγονται σπόροι και καρποί...
Στους αγρούς της αθλιότητας αγκάθια...
...
Το χέρι μου, πληγώθηκε απ΄ ένα αγκάθι...
Η καρδία μου, όχι.
Και συνέχισα τον δρόμο μου, με τον τρόπο του Λοτ...
...
Για τα σκουπίδια, έφτιαξαν τις χωματερές...
Για τα ταξίδια, τους δρόμους...
...
Οι δρόμοι, που βαδίζουμε, είναι δικοί μας...
Είναι επιλογές μας...
Είναι αυτό, που κρατάμε στα χέρια του μυαλού μας...
...
Οι ήχοι της Ανατολής, σμίγουν την σοφία με την γνώση...
Κι ο έρωτας, τελετουργεί θανάτους...
Θανάτους, στου έρωτα την ώρα...
....
Ναι, είμαι νεκρός...
Ναι, είμαι νεκρός από έρωτα...
Ναι, είμαι ζωντανός- νεκρός από έρωτα...
...
Μα βλέπω, με την όραση του ταξιδιώτη...
Όταν αγαπάς, μπορείς και ταξιδεύεις...
...
Και σπάζεις τις αλυσίδες της σκλαβιάς...
Και συναντάς στη φύση,
Μια ανοιξίατικη λιτή  γιορτή...
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ  ΒΕΡΓΙΝΗΣ

ΕΛΛΑΔΑ 2013

Ελλαδα τα ψηλά βουνα, 
με τ΄ασπρα τους τα χιόνια
και με τις θάλασσες τις μπλε
που τις θωρείς αιώνια...

Πατρίδα δόξα μου εσύ,
που γέννησες την γνώση,
φιλί αγέρα του νησιού,
τον κόσμο θα ενώσει...
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

Τρίτη 16 Απριλίου 2013

Η ΜΟΝΟΜΑΧΙΑ

Η λαλιά ενός πουλιού, αντήχησε στ΄ αυτιά μου. Ήταν λαλιά θανάτου; Ήταν λαλιά έρωτα; Το πουλί, ήταν καλά κρυμμένο. Δεν το βλεπα... Απέναντι απ΄ τα μάτια μου...μόνο ένα δάσος... Και τότε, σκέφτηκα ν΄ αντικαταστήσω το δάσος, μ΄ ένα σεντόνι... Και ν΄ ανασυνθέσω τις αισθήσεις και τα θαύματα του παρελθόντος, δημιουργώντας δυο γλυπτά και μια βρύση... Τα πουλιά, φωνάζουν δυνατά, όταν ο ήλιος δύει. Κι εγώ κοίταζα την έρημο, προσπαθώντας να μιλήσω μια ακατάληπτη γλώσσα... Στον τελευταίο τους σταθμό, τα τρένα ξέχασαν να φτάσουν...Και έμεινε έρημος, περιμένοντας εμένα...Ήταν το πιο τέλειο σκηνικό, για μια μονομαχία... Αν ο αντίπαλος μου ήταν ο ήλιος ή ίσως ο εαυτός μου - ποτέ δεν έμαθα... Μόνο τα τρία αυτά εγκαύματα στο δέρμα μου, έμειναν για να δείχνουν, πως κάποτε έγινε μια μονομαχία μέχρι θανάτου, που νίκησα, σκοτώνοντας ... κάποιον...
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

Η ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Με κοίταξε, σαν να ξερε, πως δεν την ξέχασα ποτέ...
Κι εγώ έγραφα επιστολές, προς άγνωστο παραλήπτη,
Μιλώντας για τις εποχές που πέρασαν.
Συνέχισα να γράφω, κοιτάζοντας την...
Δεν την είχα ξεχάσει, μα με είχε αρνηθεί...
Ποιος ο λόγος, για μια επιστροφή παλιών συναισθημάτων;
Τον λόγο πλέον είχε η ιστορία...
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

ΜΥΣΤΙΚΙΣΜΟΣ

Της μιλούσα πάντοτε σιγανά.
Δεν ήθελα ν΄ ακούει, πόσο πολύ την αγαπούσα...
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

ΟΙ ΔΑΚΡΥΣΜΕΝΟΙ ΕΡΩΤΕΣ

Και στο τέλος, με έσφιξε στην αγκαλιά της,
Προσπαθώντας να σκοτώσει τον χρόνο,
Που έφτανε στο τέλος του.
Ή προσπαθώντας να σκοτώσει τον εαυτό της.
Έξω, έβρεχε δακρυσμένους έρωτες τη μιας βραδιάς...
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

ΟΙ ΠΟΡΤΕΣ

Κανείς στο χωριό, δεν ήξερε τον μαντατοφόρο της Αντιβασιλείας. Μόλις τον είδαν να έρχεται, όλοι οι άνθρωποι, έκλεισαν τις πόρτες των σπιτιών τους... Τι κι αν η έλευση του, έφερνε το τέλος του πολέμου. Κανείς δεν πίστευε και τίποτε... Τι το θανατικό, φαρμάκωνε για χρόνια αυτό τον τόπο... Στάθηκε στο κέντρο της πλατείας και κάρφωσε στο δεξί πλατάνι, μια λευκή σημαία. Ένας πελαργός, πέταξε προς το καμπαναριό της εκκλησιάς. Όταν έφτασε εκεί, χτύπησε με δύναμη το ράμφος του. Και αμέσως όλες οι πόρτες άνοιξαν...
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΤΗΣ ΕΜΠΕΙΡΙΑΣ

Δεν ήταν εκείνη, σίγουρα.
Ήτανε κάποια, που της έμοιαζε...
...........
Μα τα μάτια μου, πάντα με γελάνε,
Γιατί, μόλις την είχα δει,
Τα μάτια της, έγιναν μάτια μου
Και ο κόσμος της θάφτηκε εντός μου...
...........
Μνήμα ή Ναός;
Και το παρελθόν, να επιστρέφει...
Δεν ειν΄ παρελθόν,
Ειν΄ έρωτας...
..........
Σίγουρα, δεν ήταν εκείνη
Και ούτε θα ΄ναι ποτέ ξανά...
..........
Και συ, πεινασμένο ξωτικό, το ξέρεις...
Και ξέρεις και την άλλη,
Την αγνή ερωτευμένη, που περιμένει,
Για ν΄ ακούσει βήματα στη σκάλα...
..........
Δεν ειμ΄ εγώ ο επισκέπτης και το ξέρεις.
Δεν ξέρω ποια είναι, δεν ξέρω που κατοικεί...
Ξέρω μόνο, πως στέκεται κάπου μόνη...
..........
Είναι και τούτος ένας τρόπος να ελπίζεις,
Μετέχοντας στων μοναστηριών τις τελετές...
Δεν είμαι σίγουρος...
.........
Μόνο, η καρδιά μου χτύπησε για κείνη κάπως...
Μα όλα τέλειωσαν σε μια στιγμή...
Όλος ο έρωτας, ήταν μια στιγμή...
Όλη η μνήμη, ήταν μια στιγμή...
..........
Σαν μια εικόνα...
Σαν ένα έπαθλο...
Ή σαν ένα τραύμα...
..........
Μια εικόνα, που την κοιτάζεις,
Ένα έπαθλο, που ξεσκονίζεις
Και μια πληγή, που την χαϊδεύεις
..........
Οι πληγές, θέλουν πάντα μια φροντίδα
Και οι στιγμές του έρωτα, μια αναπνοή...
..........
Και τώρα, πεινασμένο ξωτικό, είμαι μόνο ένα φυτό...
Ειμ΄ ένα φυτό, που εκείνη βλέπει να περνά,
Στο πρόσωπο κάθε γυναίκας...
.........
Μα όλα τα φυτά έχουν ρίζες
Και τσιμεντένια πόδια...
........
Όχι... τη στιγμή που την έχασα,
Να ξεριζωθώ, δεν πρόλαβα...
........

Τώρα, είν΄ αργά...
Μόνο βλέπω και ψέλνω ακολουθίες...
Για τα φυτά και τον Θεό...
.........
Παρακάμπτοντας νόμους και πεπρωμένα..
Ξεπερνώντας την εφήμερη τη δόξα
Και βουτώντας
Στα βάθη της θάλασσας της εμπειρίας...
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ


ΔΗΜΟΤΙΚΟ Α1

φερτε να καρδιολόγο
να μου πάρει όλο τον πόνο
φέρτε και τον Λευτεράκη
να με δώσει το φαρμάκι


τι έχεις μάτια μου και κλαις
μείναν οι πόρτες ανοιχτές
κι όλος ο κοσμος να χαθεί 
ο ήλιος πάλι θε να βγει

φερτε παπαδες κ υπουργούς
να πάω να προσκυνήσω
κόκκινα χείλη να φιλήσω

φέρτε και την Βασιλική
που χει μακρύ φουστάνι
σαν το παλιό πλατάνι
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

Δευτέρα 15 Απριλίου 2013

Ο ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΤΟ "ΤΕΛΟΣ"

Οι μέρες μας, ζητούν με αγωνία,
Μια μεταμόρφωση... κι ένα κλαδί ελιάς...
.....................
Βλέπω, απέραντους αγρούς με καλαμπόκια.
Και ο Θεός, μιλά με λέξεις...μπλε...
Καθήμενος, στου ουρανού το κέντρο...
......................
Βλέπω, απέραντη τη θάλασσα...
Κρατώ στα χέρια μου, δυο βότσαλα..
Και δυο χρόνια, στην καρδιά μου.
.......................
Στην καρδιά μου, μένουν τα χρόνια, που αξίζουν.
Ύστερα στα βράδια, δείχνουν εικόνες,
Με χρώματα θολά.
.......................
Η πατρίδα μου, ειν η πατρίδα της...
Δυο δάκρυα, απ΄ το ίδιο κλάμα...
Δυο αναστεναγμοί, απ΄ τον ίδιο έρωτα...
......................

Οι γαλαξίες ταξιδεύουν, προς μέρες άγνωστες...
Σαν τις ανταύγειες των υγρών ονείρων...
......................
Δεν επιτρέπονται οι στάσεις,
Ούτε η λέξη "τέλος"...
.....................
Και η ικανότητα, να λες "αντίο",
Θέλει κι αυτή, μια προστασία...
Θέλει ένα μαξιλάρι,
Για να ακουμπήσεις όλη τη σκληράδα της...
.........................
Και ο Ηρώδης, ατάραχος...
Ακόμη  πνίγει νήπια...
.........................
Σήμερα, τα πνίγει, με γνώσεις άχρηστες,
Με την ένεση, του άγριου ενστίκτου...
..........................
Είναι ένας τρόπος, να φοβάσαι κι αυτός...
Ότι φοβάσαι, το εκτελείς...
Ότι ειν΄ ανώτερο, το εκτελείς...
Οι φάροι προς την γνώση, πρέπει να σβήσουν...
.......................
Και εμπρός από το Ραιχνσταγκ,
Ακόμη καίγονται βιβλία...
Μα μέσα απ΄ την πυκνή φωτιά,
Γυρίζει πίσω η μάγισσα Ζαντ΄ Αρκ...
........................
Στο τέλος, ο Γαλιλαίος , θα νικήσει.
Μαζί του, θα νικήσει κι ο Θεός...
Μαζί τους, θ΄ αναστηθούν κ΄ οι άνθρωποι...
.......................
Μια αγριοτρανταφυλλιά , άνθισε απόψε.
Η ομορφιά στ΄ αγριολούλουδα, ειν΄ το λιτό τους ύφος....
Όπως κ΄ η ομορφιά των βράχων, των Μετεώρων...
Και γύρω ομίχλη...
Και η βάτος, ακόμη καίγεται...
.........................
Η γυναίκα, απέναντι,
Μου δείχνει το γυμνό τς στήθος...
Εκεί, που κρύβεται, την μητέρας η αγάπη...
Και η μυρωδιά της άνοιξης...
...........................
Είναι ένα κάστρο η γυναίκα,
Που κρύβει θησαυρούς...
Κάπου, κρύβει και αγάπη...
.........................
Μέχρι η Δαλιδά να μετανοιώσει...
Και να γυρίσει πίσω η θάλασσα..
Και να γυρίσουν πίσω οι πολεμιστές...
.........................
Όσοι τους, μείναν ζωντανοί,
Για να γράψουν, το δικό τους "τέλος",
Σε μια ψιλή, γκρίζα άμμο...
..........................
Έτσι, που η φύση όλη,
Να μαζευτεί σ΄ ένα σημείο...
Ή σε ένα ζάρι...
............................
Όλη η ζωή του κόσμου, ένα ζάρι...
Και οι ζαριές, πολλές....
Από το "ένα", ως το "έξι"...
Είναι φορές, που το "ένα",
Πιο πολύ μετράει απ΄ το  "έξι"...
Στη ζωή και στην τύχη...
...........................
Γιατί, για να βρεις την ευτυχία,
Χρειάζεται και τύχη...
...........................
Κι αυτός ο Μοναχός,
Μετρά το κομποσκοίνι του ακόμη...
................................
Αυτός, που πρόσωπο δεν έχει...
Αυτός, που είναι ο καθένας μας...
Αυτός, που είν΄ του καθενός, ο Χρόνος
Που τελειώνει...
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ




Κυριακή 14 Απριλίου 2013

ΤΑ ΙΧΝΗ

   Και κείνο το βράδυ, θα το πέρναγε στο ίδιο κρεβάτι, που θα ήταν και πάλι γεμάτο, από τις σάρκες δυο ανθρώπων...Εκείνη, για μια ακόμη φορά θα έκλεινε τα μάτια της και θα πήγαινε ταξίδι, στον μαγικό κόσμο, του πραγματικού έρωτα...Εκεί ήταν αυτός που αγαπούσε...Και μέσα στα χέρια του, ήταν εκείνη...Γιατί, τα χέρια της, ήτανε χέρια του.. Και ο σπασμός της, σπασμός δικός του...Και κείνη η εικόνα, μια άυλη παραδοχή πραγματικής αγάπης...Αυτής της αγάπης, που ένα είναι μυστικό...Ένα μυστικό, που μόνο εκείνη και η νύχτα το γνώριζαν...Το πρωί θα έμεναν μόνο τα ίχνη...Ίχνη από έρωτα, ίχνη από δάκρυα...Αυτά τα ίχνη, που την ημέρα θα τα πουν: σημάδια αμαρτίας...
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

Σάββατο 13 Απριλίου 2013

Η ΠΗΓΗ ΤΗΣ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑΣ

Όταν ένα παιδί, συναντήσει ένα σύννεφο,
Μια βροχή, θα σταματήσει,
Για να ξαναγεννηθεί.
.................................
Τότε, θα φτερουγίσει μια ψυχή...
Ή θα ξαναγυρίσει
Πετώντας, ζωγραφίζοντας...
................................
Καθρέφτες και δρόμοι, δείχνουν,
Πως στο τέλος, όλοι γίνονται μωρά...
...............................
Είναι κι αυτός ένας τρόπος,
Για να νικήσεις την απάτη
Της προσδοκίας,
Που έταξαν στον κόσμο οι Προφήτες...
...............................
Κι έτσι,
Σοφός, γυμνός κι αθώος,
Θα περπατήσεις,
Προς την πηγή της καταιγίδας...
...............................
Της καταιγίδας,
Που θα σε κάνει κόκκινο τριαντάφυλλο,
Για να στολίσεις,
Το παγωμένο τοπίο, των λευκών μαρμάρων...
................................
Κάπου εκεί γύρω, θα ναι κι ο Θεός...
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

ΟΤΑΝ Ο ΗΛΙΟΣ ΒΓΑΙΝΕΙ ΑΠΟ ΤΗ ΔΥΣΗ

Ο ήλιος, ειν΄ ο ίδιος πάντοτε,
Και τότε και τώρα...
................................
Ο ήλιος, που χαιρέτησε την Βαβυλώνα...
Ο ήλιος, που φώτισε την Πέτρα...
Ο ήλιος, που είδε τα τείχη της Ιεριχούς, να πέφτουν...
................................
Οι αετοί, πετούν πάντα ψηλά!
Οι χρόνοι των μεγάλων άθλων, έφτασαν...
Και τα μεσημέρια, απλώθηκαν σαν μόλυνση,
Στο αφρισμένο του μυαλού μας, δάπεδο...
................................
Κι έτσι, ένα μικρό παιδί,
Στον χάρτη ψάχνει...
Την Βαβυλώνα, την Ιεριχώ, την Πέτρα...
Που είναι;
Που το όνομα τους έχουν γράψει;
.................................
Σε κάποιο μνήμα;
Σε κάποιο χρόνο;
Σε ένα... λοιπόν;
................................
Σήμερα, η Ανώτερη Διοίκηση,
Αποφάσισε, να πεθάνουν χίλιοι άνθρωποι...
Αύριο, θα φύγουν...δυο χιλιάδες...
................................
Μα στο κέντρο της γης, η φλόγα καίει...
Και πάλι το φως καλεί,
Τα λουλούδια, ν΄ ανθίσουν...
...............................
Στην Φουκουσίμα και στο Τσερνόμπιλ,
Τα λουλούδια ανθίζουν...
Και ειν΄ όμορφα,
Μα μολυσμένα....
...............................
Στο μυαλό των ανθρώπων,
Οι ιδέες ανθίζουν, συντονιζόμενες με δέκτες...
Και είναι όμορφες,
Μα μολυσμένες...
...............................
Μια μέρα, οι δημοσιογράφοι στις ειδήσεις,
Είπαν, πως για να σωθεί η χώρα,
Πρέπει όλοι να πεθάνουμε...
..............................
Πολλοί άνθρωποι, πιστεύοντας τους,
αυτοκτόνησαν...
...............................
Ουδείς από τους δημοσιογράφους εκείνους,
αυτοκτόνησε...
................................
Μα φυσικά και ζουν ακόμη...
Και... μαθήματα να κάνουν συνεχίζουν...
.................................
Ένας Δόκτορ κάποτε είπε:
Πως κάθε τι που κάνουμε στη ζωή μας,
Για να μεγαλώσει, χρειάζεται
Μια καλή προπαγάνδα...
...................................
Γιαυτό, ο ήλιος πλέον,
Βγαίνει πάντα απ΄ τη Δύση....
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

Παρασκευή 12 Απριλίου 2013

ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΚΑΙ ΤΟ ΑΣΤΕΡΙ

Κι εκείνο το απόγευμα, είχαν μαζευτεί όλα τα πουλιά του κάμπου, στις τρεις ακακίες, στη άκρη του μεγάλου πάρκου. Δεν κελαηδούσαν... Μόνο ο ήχος από ένα λυγμό, τάραζε την ησυχία του δειλινού. Η ελπίδα επιστροφής της μέρας, ήταν ένα ψέμα. Σε λίγο στον ουρανό, θα υπήρχαν μόνο αστέρια και τα λίγα όνειρα, των αιώνιων εραστών του θαύματος. Εμπρός απ΄ το παράθυρό του, ένα μικρό παιδί στεκόταν όρθιο και κοίταζε τα πουλιά... Σε λίγο στον ουρανό, πρόβαλε το πρώτο αστέρι... Το μικρό παιδί, άπλωσε τα χέρια του και αγκάλιασε το το αστέρι εκείνο... Τότε, τα πουλιά, άρχισαν να κελαηδάνε ...
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

Ο ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΛΟΦΟΥ CORCOVADO

Στο δρόμο της αποκαμωμένης, από νωρίς ημέρας, σύρθηκε ο άνεμος των απόμαχων στρατιωτών. Οι καμπάνες των εκκλησιών χτύπησαν, μην αντέχοντας την ορμή του. Κινήθηκα αργά, στη μικρή πλατεία του χωριού. Έπρεπε σύντομα, να απομακρύνω τη σκουριά, απ΄ το μυαλό μου. Τότε μόνο πρόσεξα, πως ο ήλιος είχε το πιο κίτρινο χρώμα, που είχα δει ποτέ. Κάπου, ένα μωρό έκλαιγε... Ήταν μωρό άραγε; Ή ήταν ο χρόνος; Μετά άκουσα τη μητέρα μου, να μου φωνάζει να γυρίσω πίσω... Μα η μητέρα μου, δεν υπήρχε πλέον πουθενά... Τότε, είδα από μακριά, τον Ιησού, του λόφου Corcovado, να με χαιρετά, προσπαθώντας κάτι να μου πει...
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

Πέμπτη 11 Απριλίου 2013

ΌΤΑΝ Η ΠΟΛΗ ΕΙΧΕ ΧΡΩΜΑ ΓΚΡΙΖΟ (ΔΙΗΓΗΜΑ)

   Σήμερα η πόλη, ντύθηκε τα ρούχα του παρελθόντος της. Είναι αργία, κάθισα σε ένα καφέ, για να ηρεμήσω και να ξεκουραστώ. Αυτός ο τόπος σήμερα, μου θυμίζει μιαν άλλη εποχή. Μια εποχή, στην οποία όλα εδώ άλλαξαν. Ναι όλα ξεκίνησαν μέσα στις μαύρες ώρες του πολέμου.
   Μέχρι τον πόλεμο όμως, όλα πήγαιναν καλά...και μια γενιά ολόκληρη, έβλεπε εμπρός της να ξεκινά μια εποχή μιας μεγάλης ελπίδας και ενός ονείρου ευημερίας και ομορφιάς. Όλοι οι νέοι εκείνης της γενιάς, ζούσαν με ένα τεράστιο χαμόγελο στα χείλη...Έτσι γινόταν και σε αυτόν εδώ τον τόπο. Έτσι, εδώ που τώρα κάθομαι, θυμήθηκα μια ιστορία, που μου είχε διηγηθεί κάποτε η μητέρα μου και που με την σειρά μου θα σας διηγηθώ κι εγώ τώρα.
   Όλα έγιναν σε αυτή εδώ την πόλη και όλα αυτά μαρτυρούν και την ιστορία αυτής εδώ της πόλης. Ήταν όλοι τους κάτοικοι της πόλης τότε...Κάποιοι ήταν νέοι, κάποιοι ήταν πιο μεγάλοι, μα οι πράξεις τους σημάδεψαν την πορεία μια γενιάς μέσα από πολλά βάσανα και δυσκολίες.
   Ο Ορέστης είχε μάθει τρεις ξένες γλώσσες και είχε και το δίπλωμα των οικονομικών και μπροστά του, ανοίγονταν ένας δρόμος για μια σπουδαία καριέρα. Η Αριάδνη, ήταν  η όμορφη νέα της περιοχής, που περίμενε, να έλθει πως και πως το πλούσιο πριγκιπόπουλο να την πάρει και να της αφιερώσει μια ζωή ονείρου. Ο Χρίστος πάλι, ήταν το δυναμικό παλικαράκι, που μίλαγε με τα πουλιά, θαύμαζε την φύση κι έκανε όνειρα....
   Και ο καιρός κύλαγε ρομαντικά και ήρεμα, μέχρι εκείνο τον Δεκαπενταύγουστο...Ήταν η πρώτη μέρα που η πόλη ασχολήθηκε με το τι γινόταν έξω από αυτή...Ήταν η πρώτη φορά που ο κόσμος ανησύχησε...Και όταν στις εικοσιοκτώ του Οκτώβρη, χτύπησαν συναγερμό οι καμπάνες των εκκλησιών, όλα πια είχαν αλλάξει εντελώς...Τότε οι πιο πολλοί άνδρες, πήγαν στο μέτωπο, κάποιοι άλλοι πήγαν για εκπαίδευση και πίσω έμειναν οι υπερήλικες και τα γυναικόπαιδα..Μα το μέτωπο, παρά τις πρώτες εντυπωσιακές νίκες, με την έλευση των Γερμανών, κατέρρευσε...Σιγά - σιγά όλοι οι ζωντανοί, γύρισαν πίσω και μια σκοτεινιά, πλημμύρισε τον κάμπο. Στην πόλη ήλθαν πρώτα οι Ιταλοί, για να διαχειριστούν τον κατακτημένο τόπο...
   Ήταν η κατάσταση τέτοια πλέον, που κάθε άνθρωπος, έπρεπε να κάνει την  επιλογή του...Έτσι άλλοι έμειναν, να παλεύουν για την επιβίωση, μέσα στην πόλη. Κάποιοι συνεργάστηκαν με τον εχθρό, προσδοκώντας στην ανάδειξη τους σε μια νέα τάξη αρχόντων του τόπου και κάποιοι πήραν τον δρόμο των βουνών και του αγώνα.
  Έτσι έγινε και με τους πρωταγωνιστές της ιστορίας που μου διηγήθηκε η μητέρα μου...
   Ο πατέρας του Χρήστου, ο Ηλίας, δάσκαλος σπουδαίος στην προπολεμική του ζωή, έφυγε για το βουνό, παίρνοντας μαζί του  και το έφηβο Χρηστάκη. Εκεί, διέπρεψε και έγινε γνωστός σαν ο φιλόσοφος του απελευθερωτικού αγώνα, με το παρατσούκλι καπετάν Λεωνίδας....
   Απέναντι από το σπίτι του Χρηστάκη, έμενε η οικογένεια του Αγαμέμνονα. Μικροέμπορος της κακιάς ώρας προπολεμικά ο Αγαμέμνονας και άνθρωπος χαμηλής μόρφωσης. Μα να που  βρήκε την ευκαιρία του κι αυτός για να "φτιαχτεί" που λένε κι έγινε το δεξί χέρι των καραμπινιέρων αρχικά και της κομαντατούρ στην συνέχεια, όταν οι Γερμανοί, αντικατέστησαν στους Ιταλούς στην διαχείριση της κατάκτησης.
    Μα αν για κάποιον εκείνες οι μέρες σήμαναν τα πάντα ήταν ο Ορέστης. Ήταν η αρχή της προσωπικής του τραγωδίας...Η γνώση των ξένων γλωσσών τον έκανε αμέσως στόχο. Πρώτα του επίταξαν  το σπίτι, για να μένει εκεί κάποιος αξιωματούχος των κατακτητών. Μετά επίταξαν και ίδιο, πρώτα σαν μεταφραστή και μετά σαν γραμματέα....Δεν ήταν κακό παιδί ο Ορέστης και τις υπηρεσίες που πρόσφερε στον κατακτητή, τις πρόσφερε μια βαριά καρδία...Βέβαια το ότι τις πρόσφερε, είχε και το καλό καθώς μέσα σε εκείνες τις δύσκολες ώρες μπορούσε να έχει μια ζωή πιο εύκολη. Μα έπρεπε να κρατά ισορροπίες  και αυτό είναι κάτι πάρα πολύ δύσκολο και ειδικά σε εποχές κρίσεων που τα νεύρα και οι αντοχές βρίσκονται στα όρια τους.
   Ήταν και όμορφο παλικάρι ο Ορέστης και στην γειτονιά και από πριν τον πόλεμο, είχε αρχίσει να κάνει παρέα με την καλλονή της γειτονιάς του την Αριάδνη. Δεν ήταν κακός άνθρωπος κι εκείνη, αλλά κουβαλούσε ακόμη την σκέψη και το νάζι, ενός μικρού παιδιού και οι απαιτήσεις και οι παρορμήσεις της, δεν είχαν αυτό το κάτι, που χρειαζόταν για να συγκρατηθούν.
   Αυτό, είχε αντίκτυπο πάνω στον Ορέστη. Η Αριάδνη, βλέποντας ότι αυτός αποκόμιζε το κάτι παραπάνω οικονομικά και εξουσιατικά, με την απασχόληση του στους Γερμανούς, που είχαν πια εδραιωθεί στον τόπο, πλέον του ζήταγε πιο πολλά και όλο και πιο πολλά...Ακριβά ρούχα, στολίδια και καλοπέραση. Και αυτά ζητούσαν, όλο και πιο πολύ χρήμα...
   Ο Ορέστης, άρχισε να δυσκολεύεται, μα ταυτόχρονα ήταν και τρελά ερωτευμένος με την Αριάδνη...Και ήδη, είχε δώσει στόχο στον λαό της πόλης, που ποτέ δεν συγχωρεί και την παραμικρή υποψία...
   Στο μεταξύ ο Αγαμέμνων, είχε γίνει ο πιο πολύτιμος χαφιές των Γερμανών και ο πιο ύπουλος μαυραγορίτης...Τα κελάρια του, είχαν γεμίσει τρόφιμα, ρούχα και χρυσαφικά. Ήταν δε ο φόβος και ο τρόμος κάθε αδύναμου πατριώτη και μη...
   Μα στο βουνό οι αντάρτες, εμπνευσμένοι απ΄ τ΄ όνειρο της λευτεριάς, κάνανε θαύματα... Με λίγο υλικό οπλισμό, αλλά με μεγάλη αγάπη για τον τόπο στην καρδιά, δεν επέτρεψαν ποτέ στους κατακτητές να πάνε πέρα από τους πρώτους λόφους και κράτησαν τα βουνά ελεύθερα και περήφανα να αγναντεύουν τον κάμπο, στέλνοντας του ελπίδες πως θα έρχονταν η μέρα της λευτεριάς. Ήταν μια άλλη Ελλάδα εκεί ...ένας άλλος κόσμος...Ο καπετάν Λεωνίδας, όταν δεν πολεμούσε, έκανε μαθήματα στα μικρά παιδιά των χωριών...Ακόμη κι ο μικρός Χρηστάκης, είχε μάθει κι έκανε το στεν του βίδες και το ξανάδενε στο πιτς φυτίλι...Δεν πυροβόλησε ποτέ άνθρωπο. Μόνο τρυγόνια και λαγοί ήταν τα θύματα του...Κάποτε ξόδεψε μια ριπή, για να σκοτώσει ένα λαγό και κάποιοι αντάρτες του την είπαν, πως ξόδευε τα πυρομαχικά του άδικα. Αλλά ο μικρός δεν τους χαρίστηκε. "Ε...όχι κι άδικα...Άντε ρε νηστικά αρκούδια ψήστε το λαγό να φάτε λίγο, μπας και βάλετε μυαλό...Μωρέ νηστικοί πως θα πάτε να πολεμήσετε;" τους είπε και οι αντάρτες σώπασαν...
   Στην πόλη πια ο Ορέστης αντί να είναι χαρούμενος, που λόγω των ικανοτήτων πια δεν πεινούσε, είχε πολύ άγχος...Η πίεση και οι απαιτήσεις της Αριάδνης, δεν είχαν τέλος. Τόσες που κι αυτός ο καλοπληρωμένος για την εποχή είχε γονατίσει...Αλλά ο έρωτας, έρωτας...Αυτή είναι η ζωή, που πάντα, ακόμη και σε στιγμές που λέμε όλα μας πάνε καλά, στέλνει κάτι για να μας χαλάει την νιρβάνα μας...
   Τότε μπήκε στη ζωή του Ορέστη ο Αγαμέμνων...Γνωρίστηκαν στη κομαντατούρ. Ο Ορέστης, ήταν ένας απλός υπάλληλος του μεταφραστικού και ο Αγαμέμνων ο αρχιχαφιές του τμήματος. Ο Αγαμέμνων πια είχε γίνει ο φόβος και ο τρόμος της περιοχής...και ήξερε τα πάντα...Έτσι ήξερα τα πάντα και για τη ζωή του Ορέστη...Έτσι, δεν έχασε την ευκαιρία και τον πλησίασε...και πάτησε πάνω στην αδυναμία του Ορέστη, στην Αριάδνη...
   - Για να την έχεις, θέλεις πλούτο...Που θα τον βρεις; Από τις μεταφράσεις; Είν ακριβή η γκόμενα, θα σου την φάνε οι Γερμανοί...Ο Φον Σουλτς την κοιτάζει σαν ξερολούκουμο όταν περνά έξω από την κομαντατουρ, δεν το πρόσεξες;...Του είπε.
   - Και τί να κάνω; Ρώτησε ντροπαλά ο Ορέστης...
   -Απλά, να συνεργαστείς μαζί μου...του είπε...Μάθε ονόματα αντιστασιακών και εγώ θα τους πιάνω και μετά θα ζητάμε λύτρα από τις οικογένειες τους...Αν δεν τα δίνουν, θα τους κάνουμε πάσα στους Φρίτσιδες...
   Ο Ορέστης, έμεινε με το στόμα του ανοικτό, να τον κοιτάζει...
   -Μην μου απαντάς ακόμη, σκέψου το πρώτα...του είπε ο Αγαμέμνων .
   Πηγαίνοντας προς το σπίτι του ο Ορέστης, συνάντησε την Αριάδνη κοντά στη βρύση...Εκείνη, του ζήτησε να της πάρει χρυσά σκουλαρίκια και δυο σφαχτά αρνιά για το σπίτι της...Όταν αυτός της είπε πως ζητά κάτι παράλογο, τον απείλησε πως θα τον παράταγε και θα τα έφτιαχνε με τον νεαρό Μάρκους τον νέο λοχαγό των ες ες, που την φλέρταρε...
    Το βράδυ εκείνο, ο Ορέστης δεν κοιμήθηκε...Τα σκέφτηκε όλα...Την Αριάδνη, τον Λοχαγό, τον Αγαμέμνονα...Την αγαπούσε πάρα πολύ για να την χάσει...
   Αυτά έχει ο έρωτας...Μπορεί να σε κάνει δυνατό και άτρωτο, μπορεί και να σε καταστρέψει...Την άλλη μέρα ο Ορέστης, βρήκε τον Αγαμέμνονα...
   -Δέχομαι! Του είπε...
   - Ωραία! Ξεκινάμε! Είπε ο άλλος...
   Και πήραν φόρα και δεν τους σταματούσε τίποτε. Και έκλαψαν γυναίκες τους συζύγους και μανάδες, τα παιδιά τους...Ο Ορέστης έκανε τη δουλειά του γραφείου και ο Αγαμέμνων με την ομάδα του όλα τα βρώμικα...
   Στα βουνά οι αντάρτες, το μάθανε γρήγορα...Μαθεύτηκε πως μια ομάδα συνεργατών του κατακτητή, εκβίαζε, απειλούσε και παρέδιδε  στους Γερμανούς αντιστασιακούς και μη...Και το κυριότερο, που έμαθαν, ήταν πως αυτή η ομάδα, δεν είχε στόχο κάποια ιδεολογία ή κάποιους σημαντικούς αντάρτες...Απλά στόχο είχε τον πλουτισμό αυτών που μετείχαν σε αυτή.
   Δεν άργησαν να μάθουν και τα ονόματα αυτών που αποτελούσαν την ομάδα...Για τον Αγαμέμνονα, το περίμεναν όλοι...Για τον Ορέστη όμως η είδηση έπεσε σαν κεραυνός...Ο καπετάν Λεωνίδας, τον είχε παλιά μαθητή και ήξερε, πως δεν ήταν τέτοιος άνθρωπος...
  -Έμπλεξε! Είπε...
   Αποφάσισαν λοιπόν κι έστειλαν μια ομάδα, να τους προειδοποιήσει, για να σταματήσουν όλα αυτά που έκαναν...Αντί γιαυτό όμως, ο Αγαμέμνων έκανε την δράση της ομάδας του πιο δυναμική...
  Κάθε μέρα στην πόλη, πίσω παλιό νοσοκομείο στηνόταν ικριώματα και τους κρεμασμένους μετά τους άφηναν εκεί για μέρες, για παραδειγματισμό...Ποιον παραδειγματισμό άραγε...
   Όσοι άνδρες δεν έφυγαν για το βουνό, για να αποφύγουν την ομάδα αυτή, κρύβονταν στα γύρω χωριά και οι γυναίκες τους ντύνονταν στα μαύρα, παριστάνοντας τις χήρες...
   Στο βουνό οι αντάρτες, αποφάσισαν να αντιδράσουν...Ο Αγαμέμνων, είχε ισχυρή φύλαξη και από τα πρωτοπαλίκαρα του, αλλά και από τους ίδιους τους Γερμανούς...Από την άλλη ο Ορέστης, είχε παραδοθεί στην καλή ζωή...Κάθε βράδυ ήταν στα καπηλειά της πόλης, μαζί με την Αριάδνη...ενώ το σπίτι του, ήταν γεμάτο από φαγώσιμα...Μα με αυτά κι αυτά, αμελούσε τη φύλαξη του...
   Και οι αντάρτες, αυτόν έβαλαν στον στόχο τους...Μάταια ο καπετάν Λεωνίδας προσπάθησε να τον γλιτώσει...Η  διαταγή δόθηκε και ένα βράδυ, αφού εκείνος πήγε την Αριάδνη στο σπίτι της, τράβηξε για το δικό του...Σε μια από τις γωνίες του δρόμου, τον περίμεναν τρεις αντάρτες και με βοηθό την ησυχία της νύχτας έκαναν καλά τη δουλειά τους...Το πρωί το κεφάλι του βρέθηκε κρεμασμένο στο καμπαναριό της εκκλησίας και το σώμα του πεταμένο στο ποτάμι και ένα χαρτί καρφιτσωμένο πάνω του, που έγραφε  "θάνατος στους χαφιέδες".
   Η κηδεία του ήταν μεγάλη...Όσοι πήγαν στο σπίτι του, είχαν να λένε για τους τενεκέδες με το λάδι, τα βαρέλια με το τυρί και τα καπνιστά κρέατα, με τα οποία ήταν γεμάτο...Μα δεν τον έκλαψαν...Το καλό παιδί του παρελθόντος, για την πόλη, είχε πεθάνει χρόνια πριν...Μα τελικά κι αυτός ήταν θύμα...Θύμα του έρωτα, της καλής ζωής, θύμα των πλαστών ονείρων του...Όπως και η Αριάδνη...Εκείνη, μεγάλωσε σε μια μέρα, πενήντα χρόνια...Έμεινε για κάμποσο καιρό μέσα στο σπίτι της και μετά, μαζί με την οικογένεια της έφυγαν για άλλους τόπους και ποτέ ξανα, κανείς δεν άκουσε γι  αυτούς...Ήταν η δική τους τιμωρία...
   Οι Γερμανοί παραδόξως δεν αντέδρασαν , για το θάνατο του Ορέστη πολύ δυναμικά, όπως έκαναν μετά από άλλες ενέργειες των ανταρτών...Σαν να είχαν και αυτοί αντιληφθεί πως όλη αυτή η ομάδα του Αγαμέμνονα, ήταν ένα σκυλολόι καθαρμάτων , που τους έκανε μεν την δουλειά που ήθελαν, αλλά η αξία του ήταν μηδαμινή, για την ποιότητα των ανθρώπων που την αποτελούσαν...Έτσι είναι τα αδίστακτα αφεντικά...θέλουν δούλους αδίστακτους, αλλά αναλώσιμους και χαμηλής ποιότητας, για να μην σκέφτονται πάνω από όλα....Έκαναν κάποιες απειλές και βάλανε και πιο πολλά περίπολα...Ήταν και που ο πόλεμος τελείωνε και σε λίγο και αυτοί θα έφευγαν, μην γνωρίζοντας καν αν θα έβρισκαν πατρίδα να τους περιμένει ή και αν έβρισκαν πατρίδα, πολύ πιθανών να μην έβρισκαν τους δικούς τους...Ποιος ξέρει...
   Και πράγματι, δεν πέρασε πολύς καιρός και οι Γερμανοί έφυγαν...Ο Αγαμέμνων και η ομάδα του, αφού πρώτα κρύφτηκαν στα δάση, ζώντας ζωή σαν των παλιών ληστάρχων , έπιασαν του σουίπστεικ...
   Φεύγοντας απ΄ την πατρίδα μας οι Φρίτσιδες, το χρίσμα για το ποιος θα γίνει αφεντικό, δόθηκε από την ρουλέτα, που μετείχαν οι κυβερνήτες του κόσμου μας, στα Εγγλεζάκια...
   Ερχόμενοι οι Βρετανοί, σαν νέοι κατακτητές ή μάλλον αποικιοκράτες για να μιλώ πιο σωστά, έψαχναν για ομάδες υποστήριξης...Και ο Αγαμέμνων, δεν έχασε καιρό καθόλοουυ και μετά από συμφωνία, η ομάδα του, άρχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες της, στην Αυτού Μεγαλειότητα...
   Ο τρόπος τους γνωστός...Πας παλιός αντιστασιακός, κομουνιστής ...Ήταν - δεν ήταν...Και όποιος δεν τα σταζε...θάνατος...
   Άρχισαν δε να εξορμούν και στα χωριά...Και στο όνομα της πατρίδας, βίαζαν, σκότωναν, έκλεβαν , εξευτέλιζαν ιερείς...Και αυτό βέβαια τους Βρετανούς και την κυβέρνηση, ουδόλως τους απασχολούσε...Αυτοί, ήθελαν να γίνεται μόνο η δουλειά τους...Η χώρα δεν έπρεπε να γίνει κόκκινη...Και σιγά μην ενδιέφερε βέβαια τον απλό κόσμο αν θα ναι η πατρίδα Βρετανική ή Ρώσικη αποικία ...Τον κόσμο τον ενδιέφερε, επιτέλους να ζήσει...να χαρεί...να χαμογελάσει...Μόνο που κάποιοι έφτιαχναν μπάζες εκείνες τις μέρες και δεν τους ένοιαζε πόσοι θα πεθάνουν και τι χρώμα θα έχουν τα πιστεύω τους...
    Μα με όλα αυτά, που έγιναν, η δράση έφερε αντίδραση και οι δοκιμαζόμενοι άνθρωποι, άρχισαν να αντιστέκονται...Ο Αγαμέμνων, έβαζε για να τρομοκρατήσει τους ανθρώπους της πόλης στόχους...Και για μια φορά ακόμη, οι πιο εύκολοι στόχοι, είναι αυτοί, που δεν φυλάγονται...Και ο πιο τέλειος στόχος, ήταν ο καπετάν Λεωνίδας...που γύρισε, νομίζοντας πως η πόλη του, θα ήταν όπως παλιά...για να διδάξει στο σχολείο, όπως έκανε και πριν τον πόλεμο...Και πράγματι...είχε αρχίσει να κάνει μάθημα στα παιδιά (όταν το σχολείο ήταν ανοικτό)... Και ο κόσμος τον σεβόταν και τον είχε αγκαλιάσει...
   Ο καπετάν Λεωνίδας, δεν ήταν κομουνιστής, ούτε τίποτε τέτοιο...Ένας πατριώτης ήταν, που αγαπούσε την δημοκρατία ήταν...Μα είπαμε, ήταν ο εύκολος στόχος...Δεν έπαιρνε προφυλάξεις ...και γιατί να έπαιρνε δηλαδή...Αυτός και το Ορέστη ακόμη πήγε να γλιτώσει, υπερασπίζοντας τον...Και αυτό μάλιστα, είχε ψυχράνει για λίγο καιρό τις σχέσεις του με τους συντρόφους του...Αλλά ο ύψιστος, είχε  άλλα σχέδια γι αυτόν...πιο τραγικά...
   Η ομάδα του Αγαμέμνονα του έστησε καρτέρι...Τον έπιασαν, τον βασάνισαν όσο μπορούσαν πιο άγρια...Δεν πέθανε ούτε από σφαίρα, ούτε από πνιγμό. Τα βασανιστήρια, του έφεραν το θάνατο σιγά - σιγά, μαρτυρικά...Και δεν φώναξε, ούτε έκλαψε ...Τα υπέμεινε  ως το τέλος...Μόνο κάνα δυο φορές είπε κάτι για τον Χριστό...σαν προσευχή...Αυτός...ο υποτιθέμενος κομουνιστής...
   Εδώ, δεν είχε ούτε κηδείες, ούτε τίποτε...Ατομική ταφή...ατομικά μοιρολόγια...Όποιος έκλαιγε για τον καπετάν Λεωνίδα, ήταν αυτομάτως ύποπτος...
  Και στους αντάρτες έπεσε μεγάλη λύπη...και οι όρκοι εκδίκησης, έδιναν κι έπαιρναν... Μόνο ο μικρός Χρηστάκης, που στο μεταξύ μεγάλωσε απότομα, δεν μιλούσε...Κλείστηκε στον εαυτό του και αφού τακτοποίησης κάπου την υπόλοιπη οικογένεια του, επικοινωνούσε μόνο με τα πουλιά και τ΄ αστέρια...
   Καλό τέλος, δεν είχε κι ο Αγαμέμνων...Δεν τον έσωσαν ούτε τα χρυσάφια, ούτε και τα όπλα...Στην τελευταία τους επιδρομή, στην πιο σκληρή και πιο απελπισμένη, οι αντάρτες, τον έπιασαν και τον έσφαξαν στο γόνατο...και έκαναν και άλλες καταστροφές, με καμμένα σπίτια, ακόμη και ανθρώπους...Πήρε πολλούς στο λαιμό του Αγαμέμνων τελικά...Και αποτέλεσμα, μηδεν...
   "Ανεμομαζώματα, διαολοσκορπίσματα", λέει σοφά ο λαός μας...
   'Ετσι λοιπόν  αυτός ο βλαβερός αυτός  εμφύλιος...Για κάποιους δεν τέλειωσε όμως ποτέ...
    Για τον Χρηστάκη, που στο μεταξύ είχε γυρίσει στην πόλη, έμεινε μόνο ένα κενό...Ουδείς τον ενόχλησε πια...Ουδείς είχε το κουράγιο...Και ο ίδιος ζούσε μέσα στον δικό του κενό κόσμο...
   Όταν οι Ριμινίτες μπήκαν στην πόλη, έπεσαν πάνω του...
    - Προς τα που πήγαν οι αντάρτες; Τον ρώτησαν...
   Ο Χρηστάκης δεν μίλησε, μόνο με το χέρι του, έδειξε τον ουρανό...
   - Και τους δικούς μας; Μήπως τους είδες; Τον ρώτησε ξανά ο Ριμινίτης αξιωματικός...
    Ο Χρηστάκης πάλι τον ουρανό, τους έδειξε...
    Μετά λίγο καιρό, έφυγε για την Αθήνα και δεν ξαναγύρισε ποτέ...
    Εκεί πρόκοψε  και έγινε σπουδαίος επιχειρηματίας...Οι πιο πολλοί τον γνώριζαν σαν ένα επιχειρηματία, που ήταν ταυτόχρονα και παράγοντας ποδοσφαιρικής ομάδας...Για την νεανική ζωή του, δεν μίλησε ποτέ και σε κανέναν...Ίσως 'ετσι να ήταν καλύτερα...Ποιος ξέρει...
   Έξω ξεκίνησε να βρέχει...Σκοτεινά  όλα γύρω μου...Έτσι σκοτεινή γίνεται ξανά η ζωή μας...Ευτυχώς η μητέρα μου, που μου διηγήθηκε αυτή την ιστορία, δεν ζει πια. . Δεν θα ήθελα κι εγώ να  διηγούμαι ανάλογες ιστορίες κάποιες δεκαετίες μετά παρόμοιες ιστορίες...Μα έξω είναι σαν νύχτα...
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

 

Η ΕΥΤΥΧΙΑ

Ο ήλιος έπεφτε αργά - αργά, σημαδεύοντας τον ορίζοντα απέναντί μας....
Σε κοίταξα, που καθόσουν δίπλα μου και διάβαζες...
Έτσι τότε έγινα ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος της γης.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

Τρίτη 9 Απριλίου 2013

Ο ΑΓΡΟΣ Τ ΑΠΡΙΛΗ

Έχει ο αγρός τ΄ Απρίλη,
Πράσινο πυκνό τριφύλλι.
Κι ο αέρας δυο πουλιά,
Που κοιτάζουν τα παιδιά.
.........................................
Ειν΄της θάλασσας το κύμα,
Αλμυρής της ρόγας κλήμα,
Και οι γλάροι από ψηλά,
Μάτι κλείνουν πονηρά.
..........................................
Ήλιε δέξου στην αγκάλη,
Ζουμερό το πορτοκάλι.
Λάμψε, στείλε τις ακτίνες,
Να ρθουν οι θερμοί οι μήνες.
........................................
Και τα όνειρα ανθρώπων,
Νέων, δούλων κι αδελφών,
Κρυμμένων τάχα μυστικών,
Στις άδειες τσέπες των αρχόντων.
..........................................
Μον΄ ένα παιδάκι ξέρει,
Τι ο Άγγελος θα φέρει,
Ξέρει τι ΄ναι μουσική.
Ανάσταση  μοναδική.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

Η ΤΙΜΙΑ ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ

Ήταν χαμογελαστή η πριγκίπισσα, που μπήκε με πείσμα στη ζωή μου.
Μα ποτέ δεν ξέχασα, την μελαγχολική κι όμορφη πόρνη.
Η τίμια αυτή μελαγχολία της, ήταν η πιο μεγάλη αγάπη, που μπορούσε να μου δώσει κανείς.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

Δευτέρα 8 Απριλίου 2013

ΑΠ ΤΗ ΡΩΣΙΑ ΜΕ ΑΓΑΠΗ

Ερχόταν απ΄ τη Ρωσία.
Το κατάλαβα αμέσως, όταν είδα τον γούνινο σκούφο, που χαίδευε τα ξανθά της μαλλιά.
Μαζί της έφερνε την ποίηση...
Δεν θυμάμαι το όνομα της.
Μα ήταν αυτή, που με κάλεσε να ταξιδέψω, με το τρένο της ποίησης...
Και έτσι, έγινα ένας διαβάτης του κόσμου, γράφοντας αναμνήσεις και όνειρα...
Ίσως για να της δείξω, πως μπορώ να είμαι συνεχώς κοντά της...
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

Κυριακή 7 Απριλίου 2013

Η ΓΑΛΑΖΙΑ ΛΙΜΝΗ

Γέλασε, κοιτάζοντας την γαλάζια λίμνη, με τα αμέτρητα φιόρδ...
"Κοίταξε αυτή την ομορφιά", μου είπε...
Τότε εγώ, γύρισα και κοίταξα το πρόσωπο της...
ΑΠΟΣΤΟΛΣΟ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

Η ΗΣΥΧΙΑ

Ίσα που άκουγα την αναπνοή, να βγαίνει απ΄το γυμνό της στήθος.
Ήξερε, πως δεν θα με ξανάβλεπε.
Κι έκανε τον έρωτα...ησυχία.
Για να θυμάμαι, το θρόισμα της αναπνοής της
Και τους χτύπους της καρδιάς της.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

Σάββατο 6 Απριλίου 2013

ΤΟ ΦΑΡΜΑΚΟ

Οι νύχτες δίπλα στη θάλασσα, λειτουργώντας σαν αναμνήσεις, γίνονται το πιο καλό φάρμακο, για τις πληγές του έρωτα...
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

ΕΝΑ ΒΡΑΔΥ ΧΩΡΙΣ ΦΕΓΓΑΡΙ

Δεν μίλησα, υποκύπτοντας στον έρωτα της ώριμης γυναίκας. Ήταν ένας τρόπος ταπείνωσης ή ένας τρόπος τιμής. Μετά, ,ε κοίταξε δακρυσμένη... Έβαλα το δάκτυλο μπροστά στο στόμα μου, κάνοντας το σχήμα της σιωπής... Φεύγοντας, δεν κοίταξα πίσω. Στην πρώτη διασταύρωση, δυο αστυνομικοί, έκανα έλεγχο στα αυτοκίνητα. Εγώ ήμουν πεζός και εκείνη πλέον μόνη...Το φεγγάρι, δεν βγήκε εκείνη τη βραδιά...
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

ΘΥΜΑΣΑΙ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ;

Περπατούσαμε χέρι- χέρι, στην έρημη πόλη, τα απογεύματα της άνοιξης...
Ήμαστε παιδιά...
Μετά, η πονηρή μάγισσα, έφερε χωρισμό και απουσία...
Οι κήποι, με τις κρυψώνες τους, πια χάθηκαν...
Μόνο ένα ματωμένο φεγγάρι, που βλέπουμε κι οι δυο, έχει μείνει για να μας ενώνει...
Το θυμάσαι το φεγγάρι;
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

Ο ΜΕΤΡΗΤΗΣ

Όταν το χρυσάφι, μετακόμισε από τη Βασιλεύουσα στη Βενετία,
Ο λησμονημένος μάντης, έκλαψε...
Είχε δει τη μοίρα, των χρυσοφόρων οχετών της αριστοκρατίας...
Ποτέ δεν είπε τι είδε...μόνο έκλαψε...
............................
Μια ανακύκλωση, σε ρόδες ακάνθινες,
Που περιστρέφονται, εμπρός σε μοναδικό,
Ηλιόλουστο σκηνικό;
Χαμογελάει κοροϊδεύοντας...
...........................
Μετά ο μάντης, 
παρέδωσε την τέχνη του, στους αστρολόγους...
..........................
Δεν θέλω να πιστεύω,
Δεν πρέπει να πιστεύω,
Ή δεν υπάρχει πίστη...
...........................
Αν δεν αναλύσω την εικόνα,
Ο ήλιος, δεν θα βγει...
Έτσι, κάνω την εικόνα, μικρά κομμάτια,
Σαν το κομφετί της Αποκριάς...
Μετά, πετώντας τα στον ουρανό,
Περιμένω να γυρίσει πίσω, μόνο ένα...
Αυτό ειν η αλήθεια...
...........................
Και τώρα, νικητής η αγωνία...
Τίποτε δεν είναι σίγουρο...
..........................
Είδα κάποτε, μια πλούσια μεγαλούπολη...
Τώρα, βλέπω μια σκοτεινή παρακμή
Και κάποια θρύψαλα αρχόντων...
..........................
Τώρα πια ο κόσμος, έζησε το ψέμα...
Μα το πιστεύει ακόμη...
...........................
Ποτέ οι άνθρωποι, δεν σταμάτησαν να πιστεύουν στα είδωλα.
Σήμερα, τα είδωλα, έχουν γλώσσα και φωνή
Και μιλούν και γράφουν...
..........................
Μετράω, ως το δέκα...
Μετράω συνεχώς ως το δέκα...
Και καταρρίπτω τον πειρασμό,
Τον πειρασμό της τυχαίας πίστης...
..........................
Όχι! Δεν φταίνε οι Θεοί,
Αυτοί, είναι μακριά πολύ...
Ούτε και οι προφήτες...
.........................
Ένοχες, είναι μόνο των ανθρώπων οι ψυχές...
Οι άνθρωποι θέλουν...
Οι άνθρωποι επιθυμούν...
.........................
Κάποιοι, θέλουν...
Κάποιοι , χάνουν...
Γιατί, χάνουν;
.........................
Κάποιοι φεύγουν νωρίς...
Τυχεροί; Θύματα; Βλάκες;
.........................
Μετράω, ως το δέκα,
Έτσι, μου έμαθε η μαμά μου...
.........................
Ντρέπομαι να λέω τη λέξη "εγώ"...
Μόνο, κάνω υπομονή...
.........................
Ένας στρατός από "εγώ",
Αποφασίζει για τη ζωή των μελλοθανάτων..
Δίνοντας μόνο παρατάσεις...
Και κάνοντας συλλογές, από αργύρια και λίρες...
........................
Μέχρι, ένα "εγώ", να πατήσει το κουμπί...
Και μόνο η τύχη ξέρει, πόσα "εγώ", θα γλιτώσουν ...
Αν γλιτώσουν...
.......................
Εμείς, θα χουμε φύγει...
Εμείς, έχουμε φύγει ήδη...
........................
Μετράω, ως το δέκα...
Γύρω μου, παρέες που ουρλιάζουν...
........................
Δεν ακούω τίποτε.
Ούτε τους οπαδούς,
Ούτε τους ψιθυριστές, των κοινωνικών σχολίων...
........................
Θέλω να βλέπω, μόνο βουνά,
Ή μια απέραντη θάλασσα.
.........................
Ξέρω, πως δεν θα ζω για πάντα...
Ξέρω, πως ούτε η γη, είναι παντοτινή...
Ούτε κι η αγάπη...
.........................
Γι αυτό, μετράω ως το δέκα...
Όλη η αξία της ζωής, είναι δέκα δευτερόλεπτα.
.......................
Λόγια και νεύρα,
Φωνές και βία,
Δάκρυα και αίμα...
Και μετά;
......................
Έ...και μετά, ο θρίαμβος της χυδαιότητας.
Ε...και μετά, η δόξα του πρόστυχου...
Αξίζει;
......................
Για κάποιους, όχι...
Για την μάζα, ναι!
Για τη μάζα...ή για τις μάζες...
......................
Κι όταν μια μάζα θριαμβεύει,
Μια άλλη μάζα, ξεκινά τον πόλεμο...
.....................
Μισώ τον πόλεμο!
Αν ήμουν Θεός, θα μέτραγα μέχρι το δέκα
Και θα σταματούσα, κάθε πόλεμο...
Μικρό ή μεγάλο...
......................
Γιατί τι είναι σήμερα η ζωή,
Ένα σύνολο, μικρών πολέμων...
.....................
Προσπαθώ, να φτιάξω ένα δωμάτιο
και να κλειστώ εκεί μέσα...
Και να γράφω...
......................
Οι άνθρωποι, δεν προσφέρονται πια για ποίηση...
Τα κτήνη μέσα στις ψυχές τους, έγιναν ιδανικά...
.........................
Τα δέκα δευτερόλεπτα, δεν φτάνουν.
Σήμερα, η υποκρισία, λέγεται δημόσιες σχέσεις...
Και η διαφήμιση, ποιότητα...
........................
Μέχρι κάποιος, να πατήσει το κουμπί...
.........................
Κάποιος τρελός;
Όχι!
Κάποιος απλός άνθρωπος...
Κάποιος απλός άνθρωπος, με την κοινή λογική...
............................
Η κοινή λογική,
Είναι αυτό που βολεύει καθένα, που την έχει...
...........................
Προτιμώ την κοινή γυναίκα.
Η αμεσότητα των συναλλαγών της,
Έξαγνίζει, κάθε τι το χυδαίο...
..........................
Είναι η ώρα του ήλιου...
Τα πολλά λόγια, κάνουν τον ήλιο,
Να φεύγει γρήγορα...
..........................
Είναι σαν τους καπνούς των τσιγάρων,
Που καλύπτουν την ασχήμια,
Μιας άγονης μοναξιάς...
............................
Και το μέτρημα, γίνεται συνήθει,
Σαν τα ελαφρολαικά, που παίζουν τα ραδιόφωνα...
..............................
Τώρα, πρέπει να γυρίσω την πλάτη.
Είν η ώρα, που θα μοιραστούν τα λάφυρα.
Είν η ώρα, που τα λάφυρα γίνονται αγαθά...
Είν η ώρα λοιπόν, για να κλειστώ μες το δωμάτιο μου.
..................................
Δεν θα γίνω ποτέ πρόγονος...
Γιατί εγώ δεν είμαι άνθρωπος.
Γιατι εγώ είμαι χρόνος...
Γιατί εγώ ειμ΄ ένας μετρητής...
..................................
Ειμ΄ ένας μετρητής, που συνεχίζει να μετρά
Και πέρα απ΄ το δέκα...
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ