ΒΛΑΔΙΒΟΣΤΟΚ
Ο ναός του θεού της άρπας χάθηκε στις πρασινάδες...
με την ανοιξιάτικη δροσιά...
και την δυτική αντανάκλαση του ηλιακού δίσκου...
Ο ανάπηρος ουρανός έχυσε το αίμα του....
στην ανάμιξη του τρελού φεγγαριού ...
με το ελάχιστο φως του πιο μακρινού άστρου...
Σώμα και αλάτι φιλημένο απ του πελάγου το άσπρο στόμα...
στην πλάτη πουλιού με φτερά από ζάχαρη ...
και ράμφος από μέλι...
Τρελό το σαπιοκάραβο που πολεμά στου εσπερινού την ώρα....
τον γίγαντα και τον τιτάνα....
Και τους μαραμένους βράχους του μεθυσμένου Ποσειδώνα....
Νομίσματα με χρώμα κίτρινο από μαλακή πλαστελίνη....
μεταμορφωμένα σε ψάρια .....
πλέουν στην ήρεμη θάλασσα του αιώνιου κοχυλιού ....
Εκεί στον πέμπτο όροφο της πολυκατοικίας του κεντρικού άστεως ...
Εκεί που γεννιούνται φτωχοί έρωτες...
και ανταμώνει η ύβρης της ευγένειας με το μίσος της αγάπης...
Ελευθερώθηκε περιστέρι με ουρά από δροσερό πορτοκάλι...
και πέταξε στην άπω ανατολή...εκεί...στη μακρινή την χώρα...
με τα κίτρινα ποτάμια και τα κόκκινα δάση....
Αποφάσισε και ανακήρυξε το χθες σαν αύριο...βουτώντας βαθιά ...
χωρίς αναπνοές και σφυρίζοντας σαν ανάμνηση κερκίδας...
και χαιρετώντας με το αριστερό φτερό του...
τους τυφλούς επίσημους ποντικούς...
Και έδυσε σαν χειμωνιάτικος ήλιος...νωρίς...
στην ξεθυμασμένη θάλασσα του αλαργινού Βλαδιβοστόκ...
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ
Ο ναός του θεού της άρπας χάθηκε στις πρασινάδες...
με την ανοιξιάτικη δροσιά...
και την δυτική αντανάκλαση του ηλιακού δίσκου...
Ο ανάπηρος ουρανός έχυσε το αίμα του....
στην ανάμιξη του τρελού φεγγαριού ...
με το ελάχιστο φως του πιο μακρινού άστρου...
Σώμα και αλάτι φιλημένο απ του πελάγου το άσπρο στόμα...
στην πλάτη πουλιού με φτερά από ζάχαρη ...
και ράμφος από μέλι...
Τρελό το σαπιοκάραβο που πολεμά στου εσπερινού την ώρα....
τον γίγαντα και τον τιτάνα....
Και τους μαραμένους βράχους του μεθυσμένου Ποσειδώνα....
Νομίσματα με χρώμα κίτρινο από μαλακή πλαστελίνη....
μεταμορφωμένα σε ψάρια .....
πλέουν στην ήρεμη θάλασσα του αιώνιου κοχυλιού ....
Εκεί στον πέμπτο όροφο της πολυκατοικίας του κεντρικού άστεως ...
Εκεί που γεννιούνται φτωχοί έρωτες...
και ανταμώνει η ύβρης της ευγένειας με το μίσος της αγάπης...
Ελευθερώθηκε περιστέρι με ουρά από δροσερό πορτοκάλι...
και πέταξε στην άπω ανατολή...εκεί...στη μακρινή την χώρα...
με τα κίτρινα ποτάμια και τα κόκκινα δάση....
Αποφάσισε και ανακήρυξε το χθες σαν αύριο...βουτώντας βαθιά ...
χωρίς αναπνοές και σφυρίζοντας σαν ανάμνηση κερκίδας...
και χαιρετώντας με το αριστερό φτερό του...
τους τυφλούς επίσημους ποντικούς...
Και έδυσε σαν χειμωνιάτικος ήλιος...νωρίς...
στην ξεθυμασμένη θάλασσα του αλαργινού Βλαδιβοστόκ...
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ