Έσπασα του σαλονιού τ΄όμορφο βάζο.
Στο νου την λισμονιά, απόψε ανεβάζω.
Βλέποντας τη να περνά απ΄ την πλατεία,
Έγινε ευθύς για με, νεκρή θρησκεία.
Αδειανό είναι το τείχος της ψυχής,
Οι βασιλιάδες το κατέλαβαν της γης.
Μόνος ο ήλιος να παλέψει τη σιωπή,
Κοίταζα μόνος τα βουνά τη χαραυγή.
Μπέρδεψα τις λέξεις με τ΄αστέρια
κι έμεινα γυμνός στα δυο της χέρια.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ
Στο νου την λισμονιά, απόψε ανεβάζω.
Βλέποντας τη να περνά απ΄ την πλατεία,
Έγινε ευθύς για με, νεκρή θρησκεία.
Αδειανό είναι το τείχος της ψυχής,
Οι βασιλιάδες το κατέλαβαν της γης.
Μόνος ο ήλιος να παλέψει τη σιωπή,
Κοίταζα μόνος τα βουνά τη χαραυγή.
Μπέρδεψα τις λέξεις με τ΄αστέρια
κι έμεινα γυμνός στα δυο της χέρια.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ