Τρίτη 16 Απριλίου 2013

Η ΜΟΝΟΜΑΧΙΑ

Η λαλιά ενός πουλιού, αντήχησε στ΄ αυτιά μου. Ήταν λαλιά θανάτου; Ήταν λαλιά έρωτα; Το πουλί, ήταν καλά κρυμμένο. Δεν το βλεπα... Απέναντι απ΄ τα μάτια μου...μόνο ένα δάσος... Και τότε, σκέφτηκα ν΄ αντικαταστήσω το δάσος, μ΄ ένα σεντόνι... Και ν΄ ανασυνθέσω τις αισθήσεις και τα θαύματα του παρελθόντος, δημιουργώντας δυο γλυπτά και μια βρύση... Τα πουλιά, φωνάζουν δυνατά, όταν ο ήλιος δύει. Κι εγώ κοίταζα την έρημο, προσπαθώντας να μιλήσω μια ακατάληπτη γλώσσα... Στον τελευταίο τους σταθμό, τα τρένα ξέχασαν να φτάσουν...Και έμεινε έρημος, περιμένοντας εμένα...Ήταν το πιο τέλειο σκηνικό, για μια μονομαχία... Αν ο αντίπαλος μου ήταν ο ήλιος ή ίσως ο εαυτός μου - ποτέ δεν έμαθα... Μόνο τα τρία αυτά εγκαύματα στο δέρμα μου, έμειναν για να δείχνουν, πως κάποτε έγινε μια μονομαχία μέχρι θανάτου, που νίκησα, σκοτώνοντας ... κάποιον...
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

Η ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Με κοίταξε, σαν να ξερε, πως δεν την ξέχασα ποτέ...
Κι εγώ έγραφα επιστολές, προς άγνωστο παραλήπτη,
Μιλώντας για τις εποχές που πέρασαν.
Συνέχισα να γράφω, κοιτάζοντας την...
Δεν την είχα ξεχάσει, μα με είχε αρνηθεί...
Ποιος ο λόγος, για μια επιστροφή παλιών συναισθημάτων;
Τον λόγο πλέον είχε η ιστορία...
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

ΜΥΣΤΙΚΙΣΜΟΣ

Της μιλούσα πάντοτε σιγανά.
Δεν ήθελα ν΄ ακούει, πόσο πολύ την αγαπούσα...
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

ΟΙ ΔΑΚΡΥΣΜΕΝΟΙ ΕΡΩΤΕΣ

Και στο τέλος, με έσφιξε στην αγκαλιά της,
Προσπαθώντας να σκοτώσει τον χρόνο,
Που έφτανε στο τέλος του.
Ή προσπαθώντας να σκοτώσει τον εαυτό της.
Έξω, έβρεχε δακρυσμένους έρωτες τη μιας βραδιάς...
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

ΟΙ ΠΟΡΤΕΣ

Κανείς στο χωριό, δεν ήξερε τον μαντατοφόρο της Αντιβασιλείας. Μόλις τον είδαν να έρχεται, όλοι οι άνθρωποι, έκλεισαν τις πόρτες των σπιτιών τους... Τι κι αν η έλευση του, έφερνε το τέλος του πολέμου. Κανείς δεν πίστευε και τίποτε... Τι το θανατικό, φαρμάκωνε για χρόνια αυτό τον τόπο... Στάθηκε στο κέντρο της πλατείας και κάρφωσε στο δεξί πλατάνι, μια λευκή σημαία. Ένας πελαργός, πέταξε προς το καμπαναριό της εκκλησιάς. Όταν έφτασε εκεί, χτύπησε με δύναμη το ράμφος του. Και αμέσως όλες οι πόρτες άνοιξαν...
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΤΗΣ ΕΜΠΕΙΡΙΑΣ

Δεν ήταν εκείνη, σίγουρα.
Ήτανε κάποια, που της έμοιαζε...
...........
Μα τα μάτια μου, πάντα με γελάνε,
Γιατί, μόλις την είχα δει,
Τα μάτια της, έγιναν μάτια μου
Και ο κόσμος της θάφτηκε εντός μου...
...........
Μνήμα ή Ναός;
Και το παρελθόν, να επιστρέφει...
Δεν ειν΄ παρελθόν,
Ειν΄ έρωτας...
..........
Σίγουρα, δεν ήταν εκείνη
Και ούτε θα ΄ναι ποτέ ξανά...
..........
Και συ, πεινασμένο ξωτικό, το ξέρεις...
Και ξέρεις και την άλλη,
Την αγνή ερωτευμένη, που περιμένει,
Για ν΄ ακούσει βήματα στη σκάλα...
..........
Δεν ειμ΄ εγώ ο επισκέπτης και το ξέρεις.
Δεν ξέρω ποια είναι, δεν ξέρω που κατοικεί...
Ξέρω μόνο, πως στέκεται κάπου μόνη...
..........
Είναι και τούτος ένας τρόπος να ελπίζεις,
Μετέχοντας στων μοναστηριών τις τελετές...
Δεν είμαι σίγουρος...
.........
Μόνο, η καρδιά μου χτύπησε για κείνη κάπως...
Μα όλα τέλειωσαν σε μια στιγμή...
Όλος ο έρωτας, ήταν μια στιγμή...
Όλη η μνήμη, ήταν μια στιγμή...
..........
Σαν μια εικόνα...
Σαν ένα έπαθλο...
Ή σαν ένα τραύμα...
..........
Μια εικόνα, που την κοιτάζεις,
Ένα έπαθλο, που ξεσκονίζεις
Και μια πληγή, που την χαϊδεύεις
..........
Οι πληγές, θέλουν πάντα μια φροντίδα
Και οι στιγμές του έρωτα, μια αναπνοή...
..........
Και τώρα, πεινασμένο ξωτικό, είμαι μόνο ένα φυτό...
Ειμ΄ ένα φυτό, που εκείνη βλέπει να περνά,
Στο πρόσωπο κάθε γυναίκας...
.........
Μα όλα τα φυτά έχουν ρίζες
Και τσιμεντένια πόδια...
........
Όχι... τη στιγμή που την έχασα,
Να ξεριζωθώ, δεν πρόλαβα...
........

Τώρα, είν΄ αργά...
Μόνο βλέπω και ψέλνω ακολουθίες...
Για τα φυτά και τον Θεό...
.........
Παρακάμπτοντας νόμους και πεπρωμένα..
Ξεπερνώντας την εφήμερη τη δόξα
Και βουτώντας
Στα βάθη της θάλασσας της εμπειρίας...
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ


ΔΗΜΟΤΙΚΟ Α1

φερτε να καρδιολόγο
να μου πάρει όλο τον πόνο
φέρτε και τον Λευτεράκη
να με δώσει το φαρμάκι


τι έχεις μάτια μου και κλαις
μείναν οι πόρτες ανοιχτές
κι όλος ο κοσμος να χαθεί 
ο ήλιος πάλι θε να βγει

φερτε παπαδες κ υπουργούς
να πάω να προσκυνήσω
κόκκινα χείλη να φιλήσω

φέρτε και την Βασιλική
που χει μακρύ φουστάνι
σαν το παλιό πλατάνι
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ