Πέμπτη 11 Απριλίου 2013

ΌΤΑΝ Η ΠΟΛΗ ΕΙΧΕ ΧΡΩΜΑ ΓΚΡΙΖΟ (ΔΙΗΓΗΜΑ)

   Σήμερα η πόλη, ντύθηκε τα ρούχα του παρελθόντος της. Είναι αργία, κάθισα σε ένα καφέ, για να ηρεμήσω και να ξεκουραστώ. Αυτός ο τόπος σήμερα, μου θυμίζει μιαν άλλη εποχή. Μια εποχή, στην οποία όλα εδώ άλλαξαν. Ναι όλα ξεκίνησαν μέσα στις μαύρες ώρες του πολέμου.
   Μέχρι τον πόλεμο όμως, όλα πήγαιναν καλά...και μια γενιά ολόκληρη, έβλεπε εμπρός της να ξεκινά μια εποχή μιας μεγάλης ελπίδας και ενός ονείρου ευημερίας και ομορφιάς. Όλοι οι νέοι εκείνης της γενιάς, ζούσαν με ένα τεράστιο χαμόγελο στα χείλη...Έτσι γινόταν και σε αυτόν εδώ τον τόπο. Έτσι, εδώ που τώρα κάθομαι, θυμήθηκα μια ιστορία, που μου είχε διηγηθεί κάποτε η μητέρα μου και που με την σειρά μου θα σας διηγηθώ κι εγώ τώρα.
   Όλα έγιναν σε αυτή εδώ την πόλη και όλα αυτά μαρτυρούν και την ιστορία αυτής εδώ της πόλης. Ήταν όλοι τους κάτοικοι της πόλης τότε...Κάποιοι ήταν νέοι, κάποιοι ήταν πιο μεγάλοι, μα οι πράξεις τους σημάδεψαν την πορεία μια γενιάς μέσα από πολλά βάσανα και δυσκολίες.
   Ο Ορέστης είχε μάθει τρεις ξένες γλώσσες και είχε και το δίπλωμα των οικονομικών και μπροστά του, ανοίγονταν ένας δρόμος για μια σπουδαία καριέρα. Η Αριάδνη, ήταν  η όμορφη νέα της περιοχής, που περίμενε, να έλθει πως και πως το πλούσιο πριγκιπόπουλο να την πάρει και να της αφιερώσει μια ζωή ονείρου. Ο Χρίστος πάλι, ήταν το δυναμικό παλικαράκι, που μίλαγε με τα πουλιά, θαύμαζε την φύση κι έκανε όνειρα....
   Και ο καιρός κύλαγε ρομαντικά και ήρεμα, μέχρι εκείνο τον Δεκαπενταύγουστο...Ήταν η πρώτη μέρα που η πόλη ασχολήθηκε με το τι γινόταν έξω από αυτή...Ήταν η πρώτη φορά που ο κόσμος ανησύχησε...Και όταν στις εικοσιοκτώ του Οκτώβρη, χτύπησαν συναγερμό οι καμπάνες των εκκλησιών, όλα πια είχαν αλλάξει εντελώς...Τότε οι πιο πολλοί άνδρες, πήγαν στο μέτωπο, κάποιοι άλλοι πήγαν για εκπαίδευση και πίσω έμειναν οι υπερήλικες και τα γυναικόπαιδα..Μα το μέτωπο, παρά τις πρώτες εντυπωσιακές νίκες, με την έλευση των Γερμανών, κατέρρευσε...Σιγά - σιγά όλοι οι ζωντανοί, γύρισαν πίσω και μια σκοτεινιά, πλημμύρισε τον κάμπο. Στην πόλη ήλθαν πρώτα οι Ιταλοί, για να διαχειριστούν τον κατακτημένο τόπο...
   Ήταν η κατάσταση τέτοια πλέον, που κάθε άνθρωπος, έπρεπε να κάνει την  επιλογή του...Έτσι άλλοι έμειναν, να παλεύουν για την επιβίωση, μέσα στην πόλη. Κάποιοι συνεργάστηκαν με τον εχθρό, προσδοκώντας στην ανάδειξη τους σε μια νέα τάξη αρχόντων του τόπου και κάποιοι πήραν τον δρόμο των βουνών και του αγώνα.
  Έτσι έγινε και με τους πρωταγωνιστές της ιστορίας που μου διηγήθηκε η μητέρα μου...
   Ο πατέρας του Χρήστου, ο Ηλίας, δάσκαλος σπουδαίος στην προπολεμική του ζωή, έφυγε για το βουνό, παίρνοντας μαζί του  και το έφηβο Χρηστάκη. Εκεί, διέπρεψε και έγινε γνωστός σαν ο φιλόσοφος του απελευθερωτικού αγώνα, με το παρατσούκλι καπετάν Λεωνίδας....
   Απέναντι από το σπίτι του Χρηστάκη, έμενε η οικογένεια του Αγαμέμνονα. Μικροέμπορος της κακιάς ώρας προπολεμικά ο Αγαμέμνονας και άνθρωπος χαμηλής μόρφωσης. Μα να που  βρήκε την ευκαιρία του κι αυτός για να "φτιαχτεί" που λένε κι έγινε το δεξί χέρι των καραμπινιέρων αρχικά και της κομαντατούρ στην συνέχεια, όταν οι Γερμανοί, αντικατέστησαν στους Ιταλούς στην διαχείριση της κατάκτησης.
    Μα αν για κάποιον εκείνες οι μέρες σήμαναν τα πάντα ήταν ο Ορέστης. Ήταν η αρχή της προσωπικής του τραγωδίας...Η γνώση των ξένων γλωσσών τον έκανε αμέσως στόχο. Πρώτα του επίταξαν  το σπίτι, για να μένει εκεί κάποιος αξιωματούχος των κατακτητών. Μετά επίταξαν και ίδιο, πρώτα σαν μεταφραστή και μετά σαν γραμματέα....Δεν ήταν κακό παιδί ο Ορέστης και τις υπηρεσίες που πρόσφερε στον κατακτητή, τις πρόσφερε μια βαριά καρδία...Βέβαια το ότι τις πρόσφερε, είχε και το καλό καθώς μέσα σε εκείνες τις δύσκολες ώρες μπορούσε να έχει μια ζωή πιο εύκολη. Μα έπρεπε να κρατά ισορροπίες  και αυτό είναι κάτι πάρα πολύ δύσκολο και ειδικά σε εποχές κρίσεων που τα νεύρα και οι αντοχές βρίσκονται στα όρια τους.
   Ήταν και όμορφο παλικάρι ο Ορέστης και στην γειτονιά και από πριν τον πόλεμο, είχε αρχίσει να κάνει παρέα με την καλλονή της γειτονιάς του την Αριάδνη. Δεν ήταν κακός άνθρωπος κι εκείνη, αλλά κουβαλούσε ακόμη την σκέψη και το νάζι, ενός μικρού παιδιού και οι απαιτήσεις και οι παρορμήσεις της, δεν είχαν αυτό το κάτι, που χρειαζόταν για να συγκρατηθούν.
   Αυτό, είχε αντίκτυπο πάνω στον Ορέστη. Η Αριάδνη, βλέποντας ότι αυτός αποκόμιζε το κάτι παραπάνω οικονομικά και εξουσιατικά, με την απασχόληση του στους Γερμανούς, που είχαν πια εδραιωθεί στον τόπο, πλέον του ζήταγε πιο πολλά και όλο και πιο πολλά...Ακριβά ρούχα, στολίδια και καλοπέραση. Και αυτά ζητούσαν, όλο και πιο πολύ χρήμα...
   Ο Ορέστης, άρχισε να δυσκολεύεται, μα ταυτόχρονα ήταν και τρελά ερωτευμένος με την Αριάδνη...Και ήδη, είχε δώσει στόχο στον λαό της πόλης, που ποτέ δεν συγχωρεί και την παραμικρή υποψία...
   Στο μεταξύ ο Αγαμέμνων, είχε γίνει ο πιο πολύτιμος χαφιές των Γερμανών και ο πιο ύπουλος μαυραγορίτης...Τα κελάρια του, είχαν γεμίσει τρόφιμα, ρούχα και χρυσαφικά. Ήταν δε ο φόβος και ο τρόμος κάθε αδύναμου πατριώτη και μη...
   Μα στο βουνό οι αντάρτες, εμπνευσμένοι απ΄ τ΄ όνειρο της λευτεριάς, κάνανε θαύματα... Με λίγο υλικό οπλισμό, αλλά με μεγάλη αγάπη για τον τόπο στην καρδιά, δεν επέτρεψαν ποτέ στους κατακτητές να πάνε πέρα από τους πρώτους λόφους και κράτησαν τα βουνά ελεύθερα και περήφανα να αγναντεύουν τον κάμπο, στέλνοντας του ελπίδες πως θα έρχονταν η μέρα της λευτεριάς. Ήταν μια άλλη Ελλάδα εκεί ...ένας άλλος κόσμος...Ο καπετάν Λεωνίδας, όταν δεν πολεμούσε, έκανε μαθήματα στα μικρά παιδιά των χωριών...Ακόμη κι ο μικρός Χρηστάκης, είχε μάθει κι έκανε το στεν του βίδες και το ξανάδενε στο πιτς φυτίλι...Δεν πυροβόλησε ποτέ άνθρωπο. Μόνο τρυγόνια και λαγοί ήταν τα θύματα του...Κάποτε ξόδεψε μια ριπή, για να σκοτώσει ένα λαγό και κάποιοι αντάρτες του την είπαν, πως ξόδευε τα πυρομαχικά του άδικα. Αλλά ο μικρός δεν τους χαρίστηκε. "Ε...όχι κι άδικα...Άντε ρε νηστικά αρκούδια ψήστε το λαγό να φάτε λίγο, μπας και βάλετε μυαλό...Μωρέ νηστικοί πως θα πάτε να πολεμήσετε;" τους είπε και οι αντάρτες σώπασαν...
   Στην πόλη πια ο Ορέστης αντί να είναι χαρούμενος, που λόγω των ικανοτήτων πια δεν πεινούσε, είχε πολύ άγχος...Η πίεση και οι απαιτήσεις της Αριάδνης, δεν είχαν τέλος. Τόσες που κι αυτός ο καλοπληρωμένος για την εποχή είχε γονατίσει...Αλλά ο έρωτας, έρωτας...Αυτή είναι η ζωή, που πάντα, ακόμη και σε στιγμές που λέμε όλα μας πάνε καλά, στέλνει κάτι για να μας χαλάει την νιρβάνα μας...
   Τότε μπήκε στη ζωή του Ορέστη ο Αγαμέμνων...Γνωρίστηκαν στη κομαντατούρ. Ο Ορέστης, ήταν ένας απλός υπάλληλος του μεταφραστικού και ο Αγαμέμνων ο αρχιχαφιές του τμήματος. Ο Αγαμέμνων πια είχε γίνει ο φόβος και ο τρόμος της περιοχής...και ήξερε τα πάντα...Έτσι ήξερα τα πάντα και για τη ζωή του Ορέστη...Έτσι, δεν έχασε την ευκαιρία και τον πλησίασε...και πάτησε πάνω στην αδυναμία του Ορέστη, στην Αριάδνη...
   - Για να την έχεις, θέλεις πλούτο...Που θα τον βρεις; Από τις μεταφράσεις; Είν ακριβή η γκόμενα, θα σου την φάνε οι Γερμανοί...Ο Φον Σουλτς την κοιτάζει σαν ξερολούκουμο όταν περνά έξω από την κομαντατουρ, δεν το πρόσεξες;...Του είπε.
   - Και τί να κάνω; Ρώτησε ντροπαλά ο Ορέστης...
   -Απλά, να συνεργαστείς μαζί μου...του είπε...Μάθε ονόματα αντιστασιακών και εγώ θα τους πιάνω και μετά θα ζητάμε λύτρα από τις οικογένειες τους...Αν δεν τα δίνουν, θα τους κάνουμε πάσα στους Φρίτσιδες...
   Ο Ορέστης, έμεινε με το στόμα του ανοικτό, να τον κοιτάζει...
   -Μην μου απαντάς ακόμη, σκέψου το πρώτα...του είπε ο Αγαμέμνων .
   Πηγαίνοντας προς το σπίτι του ο Ορέστης, συνάντησε την Αριάδνη κοντά στη βρύση...Εκείνη, του ζήτησε να της πάρει χρυσά σκουλαρίκια και δυο σφαχτά αρνιά για το σπίτι της...Όταν αυτός της είπε πως ζητά κάτι παράλογο, τον απείλησε πως θα τον παράταγε και θα τα έφτιαχνε με τον νεαρό Μάρκους τον νέο λοχαγό των ες ες, που την φλέρταρε...
    Το βράδυ εκείνο, ο Ορέστης δεν κοιμήθηκε...Τα σκέφτηκε όλα...Την Αριάδνη, τον Λοχαγό, τον Αγαμέμνονα...Την αγαπούσε πάρα πολύ για να την χάσει...
   Αυτά έχει ο έρωτας...Μπορεί να σε κάνει δυνατό και άτρωτο, μπορεί και να σε καταστρέψει...Την άλλη μέρα ο Ορέστης, βρήκε τον Αγαμέμνονα...
   -Δέχομαι! Του είπε...
   - Ωραία! Ξεκινάμε! Είπε ο άλλος...
   Και πήραν φόρα και δεν τους σταματούσε τίποτε. Και έκλαψαν γυναίκες τους συζύγους και μανάδες, τα παιδιά τους...Ο Ορέστης έκανε τη δουλειά του γραφείου και ο Αγαμέμνων με την ομάδα του όλα τα βρώμικα...
   Στα βουνά οι αντάρτες, το μάθανε γρήγορα...Μαθεύτηκε πως μια ομάδα συνεργατών του κατακτητή, εκβίαζε, απειλούσε και παρέδιδε  στους Γερμανούς αντιστασιακούς και μη...Και το κυριότερο, που έμαθαν, ήταν πως αυτή η ομάδα, δεν είχε στόχο κάποια ιδεολογία ή κάποιους σημαντικούς αντάρτες...Απλά στόχο είχε τον πλουτισμό αυτών που μετείχαν σε αυτή.
   Δεν άργησαν να μάθουν και τα ονόματα αυτών που αποτελούσαν την ομάδα...Για τον Αγαμέμνονα, το περίμεναν όλοι...Για τον Ορέστη όμως η είδηση έπεσε σαν κεραυνός...Ο καπετάν Λεωνίδας, τον είχε παλιά μαθητή και ήξερε, πως δεν ήταν τέτοιος άνθρωπος...
  -Έμπλεξε! Είπε...
   Αποφάσισαν λοιπόν κι έστειλαν μια ομάδα, να τους προειδοποιήσει, για να σταματήσουν όλα αυτά που έκαναν...Αντί γιαυτό όμως, ο Αγαμέμνων έκανε την δράση της ομάδας του πιο δυναμική...
  Κάθε μέρα στην πόλη, πίσω παλιό νοσοκομείο στηνόταν ικριώματα και τους κρεμασμένους μετά τους άφηναν εκεί για μέρες, για παραδειγματισμό...Ποιον παραδειγματισμό άραγε...
   Όσοι άνδρες δεν έφυγαν για το βουνό, για να αποφύγουν την ομάδα αυτή, κρύβονταν στα γύρω χωριά και οι γυναίκες τους ντύνονταν στα μαύρα, παριστάνοντας τις χήρες...
   Στο βουνό οι αντάρτες, αποφάσισαν να αντιδράσουν...Ο Αγαμέμνων, είχε ισχυρή φύλαξη και από τα πρωτοπαλίκαρα του, αλλά και από τους ίδιους τους Γερμανούς...Από την άλλη ο Ορέστης, είχε παραδοθεί στην καλή ζωή...Κάθε βράδυ ήταν στα καπηλειά της πόλης, μαζί με την Αριάδνη...ενώ το σπίτι του, ήταν γεμάτο από φαγώσιμα...Μα με αυτά κι αυτά, αμελούσε τη φύλαξη του...
   Και οι αντάρτες, αυτόν έβαλαν στον στόχο τους...Μάταια ο καπετάν Λεωνίδας προσπάθησε να τον γλιτώσει...Η  διαταγή δόθηκε και ένα βράδυ, αφού εκείνος πήγε την Αριάδνη στο σπίτι της, τράβηξε για το δικό του...Σε μια από τις γωνίες του δρόμου, τον περίμεναν τρεις αντάρτες και με βοηθό την ησυχία της νύχτας έκαναν καλά τη δουλειά τους...Το πρωί το κεφάλι του βρέθηκε κρεμασμένο στο καμπαναριό της εκκλησίας και το σώμα του πεταμένο στο ποτάμι και ένα χαρτί καρφιτσωμένο πάνω του, που έγραφε  "θάνατος στους χαφιέδες".
   Η κηδεία του ήταν μεγάλη...Όσοι πήγαν στο σπίτι του, είχαν να λένε για τους τενεκέδες με το λάδι, τα βαρέλια με το τυρί και τα καπνιστά κρέατα, με τα οποία ήταν γεμάτο...Μα δεν τον έκλαψαν...Το καλό παιδί του παρελθόντος, για την πόλη, είχε πεθάνει χρόνια πριν...Μα τελικά κι αυτός ήταν θύμα...Θύμα του έρωτα, της καλής ζωής, θύμα των πλαστών ονείρων του...Όπως και η Αριάδνη...Εκείνη, μεγάλωσε σε μια μέρα, πενήντα χρόνια...Έμεινε για κάμποσο καιρό μέσα στο σπίτι της και μετά, μαζί με την οικογένεια της έφυγαν για άλλους τόπους και ποτέ ξανα, κανείς δεν άκουσε γι  αυτούς...Ήταν η δική τους τιμωρία...
   Οι Γερμανοί παραδόξως δεν αντέδρασαν , για το θάνατο του Ορέστη πολύ δυναμικά, όπως έκαναν μετά από άλλες ενέργειες των ανταρτών...Σαν να είχαν και αυτοί αντιληφθεί πως όλη αυτή η ομάδα του Αγαμέμνονα, ήταν ένα σκυλολόι καθαρμάτων , που τους έκανε μεν την δουλειά που ήθελαν, αλλά η αξία του ήταν μηδαμινή, για την ποιότητα των ανθρώπων που την αποτελούσαν...Έτσι είναι τα αδίστακτα αφεντικά...θέλουν δούλους αδίστακτους, αλλά αναλώσιμους και χαμηλής ποιότητας, για να μην σκέφτονται πάνω από όλα....Έκαναν κάποιες απειλές και βάλανε και πιο πολλά περίπολα...Ήταν και που ο πόλεμος τελείωνε και σε λίγο και αυτοί θα έφευγαν, μην γνωρίζοντας καν αν θα έβρισκαν πατρίδα να τους περιμένει ή και αν έβρισκαν πατρίδα, πολύ πιθανών να μην έβρισκαν τους δικούς τους...Ποιος ξέρει...
   Και πράγματι, δεν πέρασε πολύς καιρός και οι Γερμανοί έφυγαν...Ο Αγαμέμνων και η ομάδα του, αφού πρώτα κρύφτηκαν στα δάση, ζώντας ζωή σαν των παλιών ληστάρχων , έπιασαν του σουίπστεικ...
   Φεύγοντας απ΄ την πατρίδα μας οι Φρίτσιδες, το χρίσμα για το ποιος θα γίνει αφεντικό, δόθηκε από την ρουλέτα, που μετείχαν οι κυβερνήτες του κόσμου μας, στα Εγγλεζάκια...
   Ερχόμενοι οι Βρετανοί, σαν νέοι κατακτητές ή μάλλον αποικιοκράτες για να μιλώ πιο σωστά, έψαχναν για ομάδες υποστήριξης...Και ο Αγαμέμνων, δεν έχασε καιρό καθόλοουυ και μετά από συμφωνία, η ομάδα του, άρχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες της, στην Αυτού Μεγαλειότητα...
   Ο τρόπος τους γνωστός...Πας παλιός αντιστασιακός, κομουνιστής ...Ήταν - δεν ήταν...Και όποιος δεν τα σταζε...θάνατος...
   Άρχισαν δε να εξορμούν και στα χωριά...Και στο όνομα της πατρίδας, βίαζαν, σκότωναν, έκλεβαν , εξευτέλιζαν ιερείς...Και αυτό βέβαια τους Βρετανούς και την κυβέρνηση, ουδόλως τους απασχολούσε...Αυτοί, ήθελαν να γίνεται μόνο η δουλειά τους...Η χώρα δεν έπρεπε να γίνει κόκκινη...Και σιγά μην ενδιέφερε βέβαια τον απλό κόσμο αν θα ναι η πατρίδα Βρετανική ή Ρώσικη αποικία ...Τον κόσμο τον ενδιέφερε, επιτέλους να ζήσει...να χαρεί...να χαμογελάσει...Μόνο που κάποιοι έφτιαχναν μπάζες εκείνες τις μέρες και δεν τους ένοιαζε πόσοι θα πεθάνουν και τι χρώμα θα έχουν τα πιστεύω τους...
    Μα με όλα αυτά, που έγιναν, η δράση έφερε αντίδραση και οι δοκιμαζόμενοι άνθρωποι, άρχισαν να αντιστέκονται...Ο Αγαμέμνων, έβαζε για να τρομοκρατήσει τους ανθρώπους της πόλης στόχους...Και για μια φορά ακόμη, οι πιο εύκολοι στόχοι, είναι αυτοί, που δεν φυλάγονται...Και ο πιο τέλειος στόχος, ήταν ο καπετάν Λεωνίδας...που γύρισε, νομίζοντας πως η πόλη του, θα ήταν όπως παλιά...για να διδάξει στο σχολείο, όπως έκανε και πριν τον πόλεμο...Και πράγματι...είχε αρχίσει να κάνει μάθημα στα παιδιά (όταν το σχολείο ήταν ανοικτό)... Και ο κόσμος τον σεβόταν και τον είχε αγκαλιάσει...
   Ο καπετάν Λεωνίδας, δεν ήταν κομουνιστής, ούτε τίποτε τέτοιο...Ένας πατριώτης ήταν, που αγαπούσε την δημοκρατία ήταν...Μα είπαμε, ήταν ο εύκολος στόχος...Δεν έπαιρνε προφυλάξεις ...και γιατί να έπαιρνε δηλαδή...Αυτός και το Ορέστη ακόμη πήγε να γλιτώσει, υπερασπίζοντας τον...Και αυτό μάλιστα, είχε ψυχράνει για λίγο καιρό τις σχέσεις του με τους συντρόφους του...Αλλά ο ύψιστος, είχε  άλλα σχέδια γι αυτόν...πιο τραγικά...
   Η ομάδα του Αγαμέμνονα του έστησε καρτέρι...Τον έπιασαν, τον βασάνισαν όσο μπορούσαν πιο άγρια...Δεν πέθανε ούτε από σφαίρα, ούτε από πνιγμό. Τα βασανιστήρια, του έφεραν το θάνατο σιγά - σιγά, μαρτυρικά...Και δεν φώναξε, ούτε έκλαψε ...Τα υπέμεινε  ως το τέλος...Μόνο κάνα δυο φορές είπε κάτι για τον Χριστό...σαν προσευχή...Αυτός...ο υποτιθέμενος κομουνιστής...
   Εδώ, δεν είχε ούτε κηδείες, ούτε τίποτε...Ατομική ταφή...ατομικά μοιρολόγια...Όποιος έκλαιγε για τον καπετάν Λεωνίδα, ήταν αυτομάτως ύποπτος...
  Και στους αντάρτες έπεσε μεγάλη λύπη...και οι όρκοι εκδίκησης, έδιναν κι έπαιρναν... Μόνο ο μικρός Χρηστάκης, που στο μεταξύ μεγάλωσε απότομα, δεν μιλούσε...Κλείστηκε στον εαυτό του και αφού τακτοποίησης κάπου την υπόλοιπη οικογένεια του, επικοινωνούσε μόνο με τα πουλιά και τ΄ αστέρια...
   Καλό τέλος, δεν είχε κι ο Αγαμέμνων...Δεν τον έσωσαν ούτε τα χρυσάφια, ούτε και τα όπλα...Στην τελευταία τους επιδρομή, στην πιο σκληρή και πιο απελπισμένη, οι αντάρτες, τον έπιασαν και τον έσφαξαν στο γόνατο...και έκαναν και άλλες καταστροφές, με καμμένα σπίτια, ακόμη και ανθρώπους...Πήρε πολλούς στο λαιμό του Αγαμέμνων τελικά...Και αποτέλεσμα, μηδεν...
   "Ανεμομαζώματα, διαολοσκορπίσματα", λέει σοφά ο λαός μας...
   'Ετσι λοιπόν  αυτός ο βλαβερός αυτός  εμφύλιος...Για κάποιους δεν τέλειωσε όμως ποτέ...
    Για τον Χρηστάκη, που στο μεταξύ είχε γυρίσει στην πόλη, έμεινε μόνο ένα κενό...Ουδείς τον ενόχλησε πια...Ουδείς είχε το κουράγιο...Και ο ίδιος ζούσε μέσα στον δικό του κενό κόσμο...
   Όταν οι Ριμινίτες μπήκαν στην πόλη, έπεσαν πάνω του...
    - Προς τα που πήγαν οι αντάρτες; Τον ρώτησαν...
   Ο Χρηστάκης δεν μίλησε, μόνο με το χέρι του, έδειξε τον ουρανό...
   - Και τους δικούς μας; Μήπως τους είδες; Τον ρώτησε ξανά ο Ριμινίτης αξιωματικός...
    Ο Χρηστάκης πάλι τον ουρανό, τους έδειξε...
    Μετά λίγο καιρό, έφυγε για την Αθήνα και δεν ξαναγύρισε ποτέ...
    Εκεί πρόκοψε  και έγινε σπουδαίος επιχειρηματίας...Οι πιο πολλοί τον γνώριζαν σαν ένα επιχειρηματία, που ήταν ταυτόχρονα και παράγοντας ποδοσφαιρικής ομάδας...Για την νεανική ζωή του, δεν μίλησε ποτέ και σε κανέναν...Ίσως 'ετσι να ήταν καλύτερα...Ποιος ξέρει...
   Έξω ξεκίνησε να βρέχει...Σκοτεινά  όλα γύρω μου...Έτσι σκοτεινή γίνεται ξανά η ζωή μας...Ευτυχώς η μητέρα μου, που μου διηγήθηκε αυτή την ιστορία, δεν ζει πια. . Δεν θα ήθελα κι εγώ να  διηγούμαι ανάλογες ιστορίες κάποιες δεκαετίες μετά παρόμοιες ιστορίες...Μα έξω είναι σαν νύχτα...
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου