Κάθε στάση, κάθε στροφή και κάθε δρόμος,
Κρατούν κρυφούς τους τάφους των νεκρών περιστεριών
Και των χρόνων της μεγάλης δίψας...
...
Η ομορφιά, θυσιάστηκε στο βωμό των καραφλών κρανίων.
Και η πονηρή γυναίκα κραύγασε, τα λόγια της χυδαίας ελπίδας,
Εμπρός στην μάζα των ανθρώπινων προβάτων.
...
Η πέτρα, ήτανε έτοιμη και ο χιλιοστός Άγγελος,
Θυσίασε πάνω της με μια κίνηση, χίλια πρόβατα...
...
Οι μάγοι τότε, δεν ήξεραν, ποιο από τ΄ αστέρια ν΄ ακολουθήσουν
Και τα σύνορα των πατρίδων πηγαινοερχόταν ,
Σαν τους σερβιτόρους των καφέ της μεγάλης πλατείας.
...
Όταν το νερό, ξεκίνησε να τρέχει στις πηγές και πάλι,
Ο φόβος, έδιωξε τα περιστέρια.
...
Μίλησε κανείς για ειρήνη;
Μίλησε κανείς για πόλεμο;
Απαγορεύεται...
...
Τα δακρυσμένα μάτια, πρέπει να γίνουν χαμόγελα...
Οι κίτρινοι φάκελοι, πρέπει να κοκκινίσουν...
...
Μα ποιος θα κλείσει την εποχή, δοξάζοντας μια μάχη;
Και ποιος θα διαλέξει το χρώμα της ανάστασης,
Στην παραλία των γυμνιστών;
...
Ο κολασμένος Άγγελος, που βγήκε απ΄του ταύρου το σπέρμα,
Δένει λουριά στα άλογα και στα νεράντζια χύνει μέλι...
Και τυμπανίζει τον σπαραγμό, στο σώμα μιας παρθένας.
...
Από την άσπρη πύλη πέρασε, σαν τον νέο Σουλτάνο,
Σε μαύρο άλογο ψηλά, σέρνοντας κάπνα λιβανιού...
Δέρνοντας με μαστίγιο, του μοναχού την σκέψη...
...
Την ώρα, που τα λάστιχα, πύρωναν λαμαρίνες...
Την ώρα, που μια όμορφη έψαχνε το φιλί της...
...
Μ΄ αυτό τον τρόπο η ψυχή, χάρισε τη ν ίκη στον εχθρό της...
Και ο Άγγελος και ο Διάβολος, γιόρτασαν μαζί,
Το τέλος της ισορροπίας του πιο ανισόρροπου απογεύματος...
...
Εντέλει, όλα είναι νύχτα...
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ
Κρατούν κρυφούς τους τάφους των νεκρών περιστεριών
Και των χρόνων της μεγάλης δίψας...
...
Η ομορφιά, θυσιάστηκε στο βωμό των καραφλών κρανίων.
Και η πονηρή γυναίκα κραύγασε, τα λόγια της χυδαίας ελπίδας,
Εμπρός στην μάζα των ανθρώπινων προβάτων.
...
Η πέτρα, ήτανε έτοιμη και ο χιλιοστός Άγγελος,
Θυσίασε πάνω της με μια κίνηση, χίλια πρόβατα...
...
Οι μάγοι τότε, δεν ήξεραν, ποιο από τ΄ αστέρια ν΄ ακολουθήσουν
Και τα σύνορα των πατρίδων πηγαινοερχόταν ,
Σαν τους σερβιτόρους των καφέ της μεγάλης πλατείας.
...
Όταν το νερό, ξεκίνησε να τρέχει στις πηγές και πάλι,
Ο φόβος, έδιωξε τα περιστέρια.
...
Μίλησε κανείς για ειρήνη;
Μίλησε κανείς για πόλεμο;
Απαγορεύεται...
...
Τα δακρυσμένα μάτια, πρέπει να γίνουν χαμόγελα...
Οι κίτρινοι φάκελοι, πρέπει να κοκκινίσουν...
...
Μα ποιος θα κλείσει την εποχή, δοξάζοντας μια μάχη;
Και ποιος θα διαλέξει το χρώμα της ανάστασης,
Στην παραλία των γυμνιστών;
...
Ο κολασμένος Άγγελος, που βγήκε απ΄του ταύρου το σπέρμα,
Δένει λουριά στα άλογα και στα νεράντζια χύνει μέλι...
Και τυμπανίζει τον σπαραγμό, στο σώμα μιας παρθένας.
...
Από την άσπρη πύλη πέρασε, σαν τον νέο Σουλτάνο,
Σε μαύρο άλογο ψηλά, σέρνοντας κάπνα λιβανιού...
Δέρνοντας με μαστίγιο, του μοναχού την σκέψη...
...
Την ώρα, που τα λάστιχα, πύρωναν λαμαρίνες...
Την ώρα, που μια όμορφη έψαχνε το φιλί της...
...
Μ΄ αυτό τον τρόπο η ψυχή, χάρισε τη ν ίκη στον εχθρό της...
Και ο Άγγελος και ο Διάβολος, γιόρτασαν μαζί,
Το τέλος της ισορροπίας του πιο ανισόρροπου απογεύματος...
...
Εντέλει, όλα είναι νύχτα...
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου