Κυριακή 5 Μαΐου 2013

ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΚΑΙ Η ΓΥΝΑΙΚΑ (ΔΙΗΓΗΜΑ)

   Λένε, πως σε ένα άνθρωπο, αντιστοιχεί ένας άλλος. Όταν γεννιέσαι λέει, κάπου μέσα στο σύμπαν γεννιέται το άλλο σου μισό...Και σας το λέω εγώ, ο συγγραφέας, ο μόνος... Ο μόνος, ο ίσως σχετικός - άσχετος, με τα νήματα τούτης εδώ της ζωής...
   Κάποτε, ήμουν κι εγώ ένα παιδί, με όνειρα. Ήμουν από τα παιδιά, που ορειρευόταν όχι την μπάλα, που θα έπαιζε την επόμενη μέρα, αλλά αγάπη...Ονειρευόμουν και τόπους...Τόπους μακρινούς, τόπους κοντινούς. Σε όλες τις εποχές, σε όλους τους δρόμους...
   Σήμερα, πριν ξεκινήσω να γράψω, έκλαψα πολύ. Όταν γράφω για πράγματα δικά μου, γα πράγματα που έζησα, τα δάκρυα μετακινούνται αυτόματα από τη θέση τους. Σήμερα έμαθα ένα νέο...Η άλλη μου ψυχή, δεν είναι εδώ, δεν γεννήθηκε εδώ...Ίσως ζει σε κάποιο άλλο ηλιακό σύστημα ή σε κάποιο άλλο γαλαξία.
   Για να το μάθω, ξαγρύπνησα  πάμπολλες νύχτες και  ώρες ατέλειωτες. βλέποντας φεγγάρια και αστερισμούς να περιφέρονται και μετρώντας βότσαλα και κύματα, στα ζεστά ακρογιάλια του Αυγούστου. Για να μάθω...Άραγε, τι να μάθω;
   Ίσως πως αγάπη θέλει προστασία.Ίσως πως την μεγαλύτερη αγάπη, την βρίσκουμε στις καρδιές των ανθρώπων, που σιωπούν ή που σταυρώνονται...Και τί να ξέρει ένας μόνος άνθρωπος από αγάπη κι από έρωτα; Τίποτε, θα πουν και θα χλευάσουν... Γιαυτό το τίποτε σας γράφω...Αυτό το τίποτε, που όλοι το ξέρουμε, όταν το συναντήσουμε να έρχεται, μετά απ΄ ένα τέλος ή μια μετάβαση κάπου αλλού, στον χρόνο ή σε τόπο...
   Τότε, όλα γίνονται εικόνες. Εικόνες συνοδευόμενες από ποίηση ή μουσική...Αποτέλεσμα, μια κινηματογραφική καταγραφή της μνήμης. Έτσι ακριβώς κράτησα τις ερωτικές στιγμές στη μνήμη μου. Σαν κινηματογραφικές ταινίες.
   Ήταν καλοκαίρι. Ένα καλοκαίρι, χρόνια πριν. Τότε, που σαν παιδιά που ήμαστε, κάθε απόγευμα αμολιόμαστε για παιχνίδι στα λιβάδια...Τι ωραία, που ήταν η πόλη μας τότε! Με δυο δρασκελιές, βρισκόσουν στην άκρη της, εκεί που υπήρχαν τεράστια λιβάδια, που έφταναν μέχρι την σιδηροδρομική γραμμή. Τώρα πια κι εκεί βασιλεύει η τυραννία των πολυκατοικιών... Εκεί, σ΄ αυτά τα λιβάδια  παίζαμε, σαν ήμαστε παιδιά... Και όχι εντελώς παιδιά...
   Ήδη ήμουν δεκαέξι και κάτι χρονών  και όπως όλοι οι συμμαθητές μου, έτσι κι εγώ, το απόγευμα πήγαινα και έπαιζα μπάλα, σε ένα από αυτά τα λιβάδια. Είχαμε  μετατρέψει το λιβάδι μας, σε ένα πρωτόγονο γήπεδο πέντε επί πέντε, Χωρίς τους πλαστικούς τάπητες και τα τέρματα των σημερινών γηπέδων, αλλά απλά, έχοντας καθαρίσει τον χώρο από τα αγκάθια και βάζοντας τσιμεντόλιθους για δοκάρια, στα αυτοσχέδια μας τέρματα.
   Κι όμως,.. το παιχνίδι, ήτανε τότε πιο ωραίο, γιατί ήταν, πιο αγνό... Το ίδιο αγνά, έμπαινε στην ζωή μας και ο έρωτας...Αγνά και άδολα.. Έμπαινε πρώτα απ΄ όλα σαν θαυμασμός... Σαν θαυμασμός για μια όμορφη φίλη της μαμάς μας ή για μια παιχνιδιάρα συμμαθήτρια μας ή για την πιο όμορφη μαθήτρια της μεγαλύτερης μας τάξης ή ακόμη και για μια σταρ της ασπρόμαυρης τηλεόρασης ή του σινεμά.
   Εκείνη την εποχή, ήμουν ερωτευμένος (μήπως και τώρα δηλαδή, δεν είμαι;)...Τα παιδικά μου μάτια, έβλεπαν τον κόσμο, μόνο με αγάπη. Τ ότε, ξεκίνησα να γράφω, να παίζω μουσική, να βλέπω κινηματογραφικές ταινίες. Και πάντοτε έβλεπα φιλμ, που υμνούσαν το όμορφο...Δυστυχώς πια αυτό το σινεμά, έχει φύγει...
   Το μικρό μας λοιπόν γηπεδάκι, το μικρό μας Γουέμπλει, όπως το λέγαμε, ήταν αμέσως μετά τα τελευταία σπίτια της πόλης μας. Εκεί λοιπόν, ελάμβαναν χώρα, τα πιο δυνατά ντέπμπι του μικρόκοσμου μας. Και αντίπαλοι, πάντα οι ίδιοι...Κάποτε, είχα μαλώσει με τα παιδιά της ομάδας μου και πήγα και έπαιξα με την άλλη ομάδα...Παρότι είχα πάει πολύ καλά, δεν άντεξα πάνω από τρεις μέρες και γύρσα στην αρχική μου ομάδα και τους φίλους μου (πολλές φορές απορώ με τους επαγγελματίες ποδοσφαιριστές, πως με τόση άνεση αλλάζουν ομάδες...αλλά το χρήμα...)
   Εκείνη, την έλεγαν Ελένη...και κατοικούσε στο πιο ακρινό σπίτι της πόλης μας. Δεν ήταν δικιά μας (από την πόλη μας, που λένε), αλλά από κάπου αλλού μας είχε έλθει... Τον πρώτο καιρό, δεν είχα δώσει σημασία. Άκουσα α μιλάνε πρώτη φορά για αυτή, σε μια παρέα από πιο μεγάλα και "ξεπεταγμένα" παιδιά από μένα...Ήταν λέει χωρισμένη, κάπου τριάντα χρονών τότε και είχε ένα μικρό παιδάκι, που το φρόντιζε και το μεγάλωνε μόνη της.
    Το καλοκαιράκι, πια είχε μπει για τα καλά και η ζέστη τα καλοκαίρια στον τόπο μου είναι πάντα αφόρητη. Δεν χρειάστηκε και πολύ καιρό λοιπόν, για να δω ποια ήταν η μυστήρια κυρία, του ακρινού  σπιτιού της πόλης μας... Ενώ  εμείς παίζαμε, εκείνη έβγαινε στη βεράντα της για να πιει καφέ  ή να διαβάσει κάποιο περιοδικό, φορώντας διάφανες ρόμπες ή νυχτικά, που από μέσα, μπορούσες να διακρίνεις άνετα τα εσώρουχα της και από τα μεγάλα σκισίματα, να δεις καθώς τα σταύρωνε, τα υπέροχα μακριά της πόδια...Είχε σγουρά μακριά μαλλιά, ενώ τα μάτια της ήταν μεγάλα και καφέ, με ένα σχήμα που έμοιαζε με ώριμο αμύγδαλο, ενώ το σώμα της, είχε αναλογίες μοντέλου...Το πρόσεξα καλά μαι μέρα, που την είδα να τεντώνει το σώμα της προς τα πάνω, για να κρεμάσει κάποια βρεγμένα ρούχα για να στεγνώσουν.
   Από τότε, δεν έχανα την ευκαιρία να τρέχω και να μαζεύω την μπάλα, όποτε πήγαινε προς την αυλή της...Ήταν ο νέος μου έρωτας... Είχα μουσκέψει αρκετά όνειρα μου, με τους χυμούς της μορφής της, ενώ προσπαθούσα στις ταινίες που έβλεπα, να αλλάζω τις μορφές από τις ηθοποιούς, με την δική της μορφή
   Μια μέρα, που πήγα να μαζέψω την μπάλα, που μας είχε πέσει δίπλα από την αυλή της,την είδα να διαβάζει ένα περιοδικό, από τα πολύ τολμηρά εκείνης της εποχής, ενώ είχε τραβήξει τι νυχτικό της ως πάνω, για να βλέπει ο ήλιος και να δώσει ωραίο μαύρο χρώμα, στα καλλίγραμμα της πόδια...Δεν με κατάλαβε ευτυχώς, μα είχα αναστατωθεί πολύ. Εκείνη την μέρα πια, ήμουν συνεχώς αφηρημένος  και σκεφτόμουν, γιατί αυτή η όμορφη γυναίκα, να διάβαζε ένα τέτοιο περιοδικό...Παράξενο ε; Αλλά εκείνη την εποχή, συνήθως μόνο οι άνδρες έπαιρναν  και διάβαζαν τέτοια περιοδικά...Ακόμη δε κι αυτοί στα κρυφά...Παράξενο ε; Αλλά εκείνη την εποχή, συνήθως μόνο οι άνδρες έπαιρναν και διάβαζαν τέτοια περιοδικά. Ακόμη δε κι αυτοί, στα κρυφά.
   Χαμογελάω σήμερα, όταν θυμάμαι που εφημερίδες, όπως τα Νέα εκείνης της εποχής, γινόταν κρυψώνες για τον Ριζοσπάστη και την Αυγή, αλλά και για το Σκάνδαλο και το Διάβασε με...Πόσο αστεία δείχνουν σήμερα αυτά τα πράγματα, όταν τα βλέπεις με το σημερινό "λογικό" βλέμμα, αλλά και πόσο ρομαντισμό είχε εκείνο το κρυφτό...
   Όλα είχαν αγνότητα τότε. Και ο εγκεφαλικός έρωτας και ο παράνομος έρωτας, ακόμη και αυτή η ίδια η ερωτική πράξη...
   Λίγες ημέρες μετά, η μπάλα έπεσε στην αυλή της και μπήκα να την πάρω...Με είδε και με μάλωσε, καθώς όπως έλεγε, με την μπάλα μας δεν της είχαμε αφήσει λουλούδι όρθιο...Αρκέστηκα, να πω "συγνώμη", ενώ τα μάτια μου δεν έφευγαν πάνω από το στήθος της, που ανεβοκατέβαινε, καθώς μου μιλούσε έντονα. Θα μπορούσα να βρω χίλιες δικαιολογίες, αλλά η φωνή μου είχε χαθεί...΄Ενα συγνώμη έφτανε...
   Σταναχωρήθηκα πολύ, που η πρώτη  μου επαφή μαζί της, έγινε με ένα παραλίγο καυγά και με ένταση...Αυτό, με έριξε ψυχολογικά...θυμάμαι...Τις επόμενες ημέρες, απέφευγα να πλησιάζω στο σπίτι της, ενώ πολλά απογεύματα δεν πήγαινα καν για ποδόσφαιρο. Προτιμούσα, να μένω στο σπίτι, να βλέπω τηλεόραση ή να διαβάζω. Όταν βλέπει κανείς, ένα όνειρα του να καταστρέφεται, οι εικόνες της καταστροφής του ονείρου, γίνονται γι αυτόν ένα θέαμα αποκρουστικό... Έτσι, είχε γίνει και με μένα, μέχρι που σε μια από τις λίγες καθόδους μου στο "γήπεδο" μας, εκείνη εμφανίστηκε ξανά εμπρός μου. Αυτή τη φορά, είχε μαζί της και το μικρό της παιδάκι.
   Αυτή τη φορά, ήταν χαμογελαστή και ντυμένη με μια προσεγμένη και σοβαρή ρόμπα. Απευθύνθηκε αμέσως προς εμένα. Λογικό, γιατί μόνο εμένα είχε γνωρίσει μέχρι τότε.
   "Στο διάλειμμα που θα κάνετε, θα δώσετε για λίγο την μπάλα σας στον μικρό Γιωργάκη;", μου είπε χαμογελώντας...Το όνειρο είχε  γυρίσει πίσω..."Φυσικά και θα την δώσουμε", της απάντησα. Εκείνη αρκέστηκε σε ένα ακόμη χαμόγελο, φεύγοντας προς το σπίτι της...Έμεινε μόνο ο μικρός, να βλέπει πως παίζαμε εμείς μπάλα και στο ημίχρονο, να παίζει κι αυτός μαζί με μας...
   Μόλις τελειώσαμε  το παιχνίδι, χτύπησα την πόρτα της και της παρέδωσα τον μικρό, που ήταν χαρούμενος, γιατί κλότσησε για πρώτη φορά μπάλα. Εκείνη, αφού με ευχαρίστησε, θέλησε να με κεράσει κάτι γιατί όχι μόνο είπα τα παιδιά και αφήσαμε τον μικρό να παίξει, αλλά και γιατί τον πρόσεξα και της τον πήγα πίσω..."Όχι ευχαριστώ, θα αργήσω να γυρίσω στο σπίτι...μιαν άλλη φορά", της απάντησα...Δεν ήταν πως θα αργούσα να γυρίσω σπίτι βέβαια, μα ήταν που ντρεπόμουν. Και ήταν αυτό το αίσθημα ντροπής, ένα αίσθημα, που θα με ακολουθούσε σαν φάντασμα, σε όλη μου την ζωή.
   Έτσι την είχαμε μάθει την ζωη μας, εκείνη την εποχή. Μεσα στην ντροπή, τους περιορισμούς και την δειλία... Στο σχολείο μας, υπήρχε μια ταμπέλα (ίσως να υπάρχει ακόμη κάπου ξεχασμένη), που έλεγε "απαγορεύεται η μπάλα"...Γιαυτό, από τότε που εκείνη αναρτήθηκε, στα διαλείμματα των μαθημάτων μας, παίζαμε ποδόσφαιρο, με ένα μικρό μπαλάκι...Πουθενά δεν έγραφε απαγορεύεται το μπαλάκι κι έτσι κανείς δεν μας ενόχλησε γιαυτό, ποτέ...
   Έτσι ξεπερνούσε τις απαγορεύσεις και τα ταμπού, τα "μην" και τα "δεν" τότε, όλη η κοινωνία...Μικραίνοντας, σιωπώντας, και κρύβοντας...Έτσι θαβόταν περίεργοι πλουτισμοί, περίεργοι άνθρωποι, περίεργα γραπτά, περίεργοι έρωτες... Αλλά αυτές οι ταφές, με ένα παράξενο τρόπο, έφτιαχναν δρόμους, που οδηγούσαν στη χαρά και στη δημιουργία...Ίσως γιατί τα ταξίδια τότε είχαν πιο μεγάλη διάρκεια και γινόταν σε πιο αργούς ρυθμούς, με αποτέλεσμα, να υπάρχει, πιο πολύ σκέψη, μεγαλύτερη συγκέντρωση στους στόχους και μεγαλύτερη ανάλυση...
   Μέσα σ΄ εκείνες τις δομές της κοινωνίας του τότε, ήταν και τα ενοχικά σύνδρομα ντροπής, του να κανεις κάτι, που μηχανικά στο μυαλό σου είχε εντυπωθεί, πως δεν ήταν σωστό. Και ας ήταν το πιο φυσιολογικό πράγμα. Και τελικά η ντροπή, ναι μεν συγκρατούσε και προφύλασσε τους ανθρώπους από τις ακολασίες των τελευταίων μας χρόνων, από την άλλη όμως κατέστρεψε πολλές ψυχές, που σπατάλησαν και μάραναν τις ζωές τους, ζώντας με τρόπους, που δεν άξιζε και δεν τους πίστευαν...
   Και η Ελένη, ήταν μια επαναστάτρια για εκείνους τους καιρούς. Είχε παντρευτεί, με προξενιό (όπως συνηθίζονταν εκείνη την εποχή), έναν συνομήλικο αγρότη, από το χωριό της. Δεν τον αγαπούσε...Για την ζωή της είχε κάνει άλλα όνειρα...Και δεν ήταν απλά η παρουσία δίπλα της κάποιου που δεν ήθελε απλά, αλλά και εκείνος αλλά και η πεθερά της, την κακομεταχειριζόταν, χτυπώντας την όποτε ήθελε κι εκείνη να κάνει κάτι για τον εαυτό της. Αλλά η Ελένη δεν έμεινε, υπάκουο "πράγμα", όπως γινόταν συνήθως τότε, αλλά το πάλεψε και πήρε διαζύγιο από εκείνο τον γάμο. Μετά έφυγε για την Αθήνα, όπου σπούδασε οικονομικά, ενω δούλευε ταυτόχρονα, για να τα βγάλει πέρα. Και πέτυχε...και ήλθε στην πόλη μας. ως υπάλληλος του τμήματος οικονομικών της Διεύθυνσης Τεχνικών Έργων.
  Στην Αθήνα όσο έμεινε, είχε ζήσει μια ζωή ελεύθερη. Μια ζωή, που είχε συμπυκνωμένα μέσα της, όλα όσα δεν είχε ζήσει στα πρώτα είκοσι χρόνια της ζωής της... Γλέντια, σχέσεις της μιας βραδιάς, συνοδεία πλούσιων ανδρών (τα κουτσομπολιά μιλούσαν και για σχέσεις με άτομα του ίδιου φύλου), ταξίδια και γενικά, μια ασύδοτα ελεύθερη ζωή.
   Ένα αποτέλεσμα μιας σχέσης, που είχε διάρκεια κάποιες ώρες μόνο, ήταν και ο μικρός Γιωργάκης... Όχι, δεν το έριξε το παιδί, όπως κάνανε στις περιπτώσεις που υπήρχε ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη τότε... Αλλά το γέννησε και ξεκίνησε να το μεγαλώνει, με πάρα πολύ αγάπη, προσθέτοντας στη  δική της αγάπη και την αγάπη, που θα του έδινε και κάποιος πατέρας, αν υπήρχε...
   Όταν ήλθε ο διορισμό της στην πόλη μας, δεν την πείραξε ..Ήταν για εκείνη, μια ευκαιρία ανασυγκρότησης... Είχε κάπου κουραστεί ή και βαρεθεί...ή  ήταν, που πλέον ήταν μητέρα και το παιδί της, ήταν για κείνη, η πρώτη αιτία πλέον, που έκανε την καρδιά της να χτυπά. Ήταν και το ήρεμο περιβάλλον της επαρχίας πιο βολικό, για να μεγαλώσει το παιδί, χωρίς τις εντάσεις της μεγαλούπολης και έτσι δέχτηκε με χαρά τον διορισμό της.
   Στην πόλη, οι πιο πολλοί, την κοίταζαν περίεργα... Οι άνδρες, λόγω της ομορφιάς της, σαν ζουμερό φρούτο, που επιθυμούσαν να γευθούν, ενώ οι γυναίκες, σαν μια απειλή αποπλάνησης των συζύγων τους, αλλά και με ένα αίσθημα ζήλιας για την ομορφιά της, που εκείνες δεν θα αποκτούσαν ποτέ.
   Μα η Ελένη ποτέ εμφανώς δεν έδωσε δικαίωμα, για να επαληθευτούν οι φήμες των κουτσομπολιών (ίσως τελικά το μοναδικό ένοχο μυστικό της στην  πόλη, ήμουν εγώ... αλλά τώρα πια δεν ενδιαφέρει κανένα...). Έτσι, είχε φτιάξει μια νέα κοινωνική ζωή, στα μέτρα του περίεργου ανθρώπου της πόλης... αλλά μέχρι εκεί...Ξεχώριζε ίσως για το τολμηρό της ντύσιμο ή για τα φιλελεύθερα αναγνώσματα, που διάβαζε, αλλά τίποτε άλλο πέρα απ΄ αυτά...
   Μετά εκείνη τη μέρα, επανήλθα στην καθημερινή μου ενασχόληση με το ποδόσφαιρο...Και δεν πέρναγε απόγευμα, που να μην δίνω το παρόν, ψάχνοντας ουσιαστικά μια ελπίδα. Μιαν ελπίδα για να την ξαναδώ, μιαν ελπίδα να μου μιλήσει...Και προσπαθούσα να κερδίζω τις εντυπώσεις  στο παιχνίδι, παίζοντας πολλές φορές δυνατά.
   Αλλά τα ρίσκα που παίρνουμε, πολλές φορές τα πληρώνουμε, άλλοτε ακριβά και άλλοτε συμβολικά. Μα κάποιες φορές, οι πληρωμές αυτές  μας επιστρέφονται, σαν πολύ σπουδαία δώρα! Έτσι και η σκληρότητα μου στο παιχνίδι, το ίδιο το παιχνίδι, με την ξεπλήρωσε με μια κλοτσιά, που δέχτηκα από ένα παιδί της αντίπαλης ομάδας. Δεν ήταν μόνο ο πόνος της κλοτσιάς όμως, αλλά και το ότι πέφτοντας, είχε σκιστεί το πόδι μου, γεμίζοντας με αίματα...
   Αυτό ήταν...Σταμάτησα να παίζω και κάθισα στην άκρη του λιβαδιού, περιμένοντας την ώρα που θα τέλειωναν και τα άλλα παιδια, για να φύγω μαζί τους. Όταν πέρασε η ώρα και το παιχνίδι τέλειωσε, είδα πως δεν μπορούσα να περπατήσω γρήγορα, λόγω του τραυματισμένου μου ποδιού και έκανα νόημα στους φίλους μου, να προχωρήσουν, ενώ εγώ θα γύριζα σιγά- σιγά...
   Εκείνη ήταν η στιγμή, που η Ελένη εμφανίστηκε στην πόρτα του σπιτιού της. " Τι έπαθες;" Με ρώτσησε... " Τίποτε σοβαρό...απλώς χτύπησε το πόδι μου σε μια διεκδίκηση στο παιχνίδι", της είπα..."Καλά εσύ είσαι γεμάτος αίματα, που πηγαίνει έτσι...", είπε... Χαμογέλασα, λέγοντας της πως έτσι ειναι το ποδόσφαιρο. "Τι μας λες! Νομίζεις, πως το λιβάδι εδώ, είναι σαν τα μεγάλα γήπεδα, που βλέπεις στην τηλεόραση; Εκεί, έχουν γιατρούς  και όταν κάποιος τραυματίζεται, του περιποιούνται τα τραύματα αμέσως"..,μου είπε με δυνατή φωνή, ενώ ταυτόχρονα χαμογελούσε... "Έλα... έλα μέσα, να δω τι μπορω να κάνω για τον τραυματισμό σου", μου είπε....
   Τι να της απαντούσα; Πως ντρεπόμουν; Πως φοβόμουν; Πως την επιθυμούσα; Τι; Πολλές φορές, πράγματα φυσιολογικά - ακόμη και ασήμαντα - εμφανίζονται εμπρός μας σαν οι πιο μεγάλοι πειρασμοί ή σαν τα πιο μεγάλα τείχη, που πρέπει να διαβούμε... Είναι οι στιγμές, που σου ζητούν να πεις ένα μικρό "ναι" ή ένα αδύναμο "όχι". Και ζούσα σε μια εποχή και μια κοινωνία, που ήταν κτισμένη, πάνω σε ένα σύνολο, από αδύναμα "όχι"... Μα για μένα, είχε φτάσει η ώρα ενός μεγάλου "ναι"...Κούνησα συγκαταβατικά το κεφάλι μου και προχώρησα, μέσα στο σπίτι της...
   Ήταν, όμορφα και λιτά διακοσμημένο το σπίτι της...Είχε κάτι το μοντέρνο και πολύ διαφορετικό από τα παραδοσιακά σπίτια της επαρχίας, εκείνης της εποχής. Με πέρασε  στο δωμάτιο , το καθιστικό, που λένε και με έβαλε να καθίσω σε μια πολυθρόνα από μπαμπού, που υπήρχε εκεί... Ήταν μόνο, καθώς όπως μου είπε, τον μικρό της εκείνες τις μέρες, τον είχε στείλει για διακοπές σε μια κατασκήνωση.
   "Για να δω το τραύμα σου, μεγάλε κανονιέρη", είπε γελώντας και κλείνοντας μου το  μάτι... Έσκυψε και κοίταξε το γόνατο μου, που ήταν εκτεθειμένο  εμπρός στα μάτια της, κάτω από το κοντό παντελόνι του ποδοσφαίρου, που φορούσα...Χάιδεψε λίγο το πόδι μου γύρω απ΄ την πληγή, προσπαθώντας να εκτιμήσει πως θα μπορούσε να την περιποιηθεί.
   Καθώς έσκυψε, άνοιξε λόγο η ρόμπα της και φάνηκε το πάνω μέρος, από τα μαυρισμένα της πόδια... Η αίσθηση, ήταν παράξενη, καθώς ήταν η πρώτη φορά, που ερχόμουν τόσο κοντά με μια γυναίκα, που μου άρεσε τόσο πολύ.
   "Πρέπει πρώτα να πλύνουμε το τραύμα", είπε και με τράβηξε προς το μπάνιο... Εκεί προσπάθησε να με γδύσει κι εγώ αντιστάθηκα...'Κοίταξε, αν θέλεις να γίνουνε τα ρούχα σου μούσκεμα, εγώ δεν έχω πρόβλημα", μου είπε..."Αλλά μετά, τι θα φορέσεις όταν θα φύγεις;", συμπλήρωσε..."Έλα, μην ντρέπεσαι, δεν είναι πρώτη φορά, που βλέπω έναν άνδρα γυμνό και δεν παρεξηγώ, άλλωστε έχω ένα γιο, που τον έχω κάνει μπάνιο, αμέτρητες φορές..." , ήταν τα τελευταία της λόγια...
   Εγώ, μην έχοντας και τίποτε να χάσω, σιγά - σιγά γδύθηκα...Εκείνη, με κοίταζε με βλέμμα διερευνητικό... Άραγε να ερευνούσε το σώμα ή τις σκέψεις μου...Και το είχα καταλάβει με το μικρό μου ακόμη τότε μυαλό, πως εκείνη η γυναίκα, δεν ήτανε κάτι το απλό... Ίσως είχε καταλάβει κι εκείνη, πως κι εγώ δεν την έβλεπα σαν μια απλή γυναίκα, που μπορεί να έκανα απλά έρωτα μαζί της, για πρώτη μου φορά, αλλά σαν μια γυναίκα, από την οποία, ζητούσα κάτι περισσότερο...Κάτι που στην ζωή μου, θα σήμαινε πολλά για τον τρόπο και την φιλοσοφία, που θα αντιμετώπιζα τα πράγματα στο μέλλον...
   Έτσι, αφέθηκε στην προσπάθεια της να με πλύνει, περνώντας την σωματική μου αναστάτωση, σε δεύτερο πλάνο, με τα μάτια μου, να παρακολουθούν τις κινήσεις της και γενικά όλη της την παρουσία Αφού έριξε νερό σε όλο μου το σώμα, επικεντρώθηκε στο τραύμα μου... Το νερό, παρέσυρε το χώματα και αίμα και άφησε το πληγωμένο μου δέρμα ανυπεράσπιστο, εμπρός στα χέρια και στα μάτια της.
   "Να, σταμάτησε το αίμα!" , είπε και αγκαλιάζοντας το πόδι μου, φίλησε την πληγή...."Τις πληγές, όταν τις φιλήσεις, κλείνουν πιο γρήγορα, λένε στην πατρίδα μου", είπε και με κοίταξε στα μάτια...Την ίδια ώρα η σωματική μου αναστάτωση, είχε αποκτήσει μια μαγική ένταση... Και μετά έκανε κάτι, που δεν το περίμενα...
   Έλυσε την ζώνη από την ρόμπα της και έμεινα ολόγυμνη... "Κάνει ζέστη", είπε..."Άφησε με να δροσιστώ μαζί σου... δώσε μου λίγο απ΄ τη δροσιά σου...", συμπλήρωσε και μπήκε δίπλα μου, κάτω από το ντουζ...Ασυναίσθητα, πήρα το σαπούνι και άρχισα να την πλένω εγώ, αδιαφορώντας, που η σαπουνάδα, που έπεφτε πάνω στο πόδι μου, το έκανε να τσούζει πολύ...Μετά γύρισε και αφού με κοίταξε, με φίλησε στο στόμα και όχι μόνο εκεί...
   Επόμενη στάση η κρεβατοκάμαρα της, όπου πήγαμε για να με σκουπίσει και να δέσει το τραύμα μου...Και μετά τι; Και μετά... έρωτας...Κάναμε έρωτα αργά και με πάθος...Η δασκάλα και ο μαθητής... ή δυο άνθρωποι, που ήταν γραφτό τους, να αγαπηθούν απρόσμενα και παράξενα...
   Όταν τελειώσαμε, μείναμε αγκαλιασμένοι για ώρα..." Μου χάρισες ένα νέκταρ από αγνότητα", είπε... και αγκάλιασε το στήθος μου... Εγώ πήρα το κεφάλι της στα χέρια μου και την φίλησα στα μαλλιά... Μετά, μου μίλησε για τον εαυτό της και ξεκινήσαμε μια όμορφη σχέση, που δεν ήταν απά μια σχέση σεξουαλική...
   Ήταν μια σχέση, πρώτα από όλα εγκεφαλική, μια σχέση μαθητή - δασκάλας... Κοντά της εκτός από τον έρωτα, έμαθα να διαβάζω... Πεζογραφία, ποίηση, πολιτικές αναλύσεις...Έμαθα να εκτιμώ την καλή αισθητική, την ζωγραφική, την μουσική...Έμαθα τον ποιητικό κινηματογράφο και το κυριότερο, ξεκίνησα να γράφω...
   Ήταν μια σχέση, που λειτουργούσε πάντοτε διακριτικά και με σεβασμό, καθώς έλαβε χώρα σε σκληρούς καιρού και κράτησε πέντε ολόκληρα χρόνια. Τα δυο πρώτα χρόνια, η επαφή μας ήταν συνεχής, στα υπόλοιπα, βλεπόμαστε όταν επισκεπτόμουν την πόλη μου, αφού λόγω σπουδών, έμενα πλέον σε άλλη πόλη, ενώ παράλληλα αλληλογραφούσαμε...
   Στον έκτο χρόνο, εκείνη, πήρε μετάθεση και γύρισε ξανά πίσω, στο χάος των εκατομμυρίων ανθρώπων της Αθήνας... Τότε την έχασα...Μου έμειναν να θυμάμαι πάντοτε κάποια λόγια, που με είχε πει κάποτε:" Αγάπη μου κι αν χαθούμε κάποτε, εγώ τον χτύπο της καρδούλας σου, θα τον θυμάμαι πάντα".
   Κι εγώ άκουγα τον χτύπο της δικής της καρδιάς, όλα αυτά τα χρόνια...Τον άκουγα όταν γύρισα στην πόλη μου και βρήκα ένα δάσος από πολυκατοικίες... Τον άκουγα όταν έχασα τους αγαπημένους μου γονείς... Τον άκουγα, όταν έγραφα τα πρώτα μου βιβλία... Και τον ακούω όταν κάνω έρωτα με την σημερινή μου αγαπημένη και νοιώθω, πως κοντά μου έχω κι εκείνη να μου χαμογελά... Και τον ακούω όταν βλέπω τον ήλιο να δύει πίσω απ τα μπαλκόνια των πολυκατοικιών...
   Αλλάξανε πολλά...Άλλαξαν πολύ οι άνθρωποι... Και η απόλυτη ελευθερία, μας πήρε την δύναμη, που είχε ένας έρωτας, ανάμεσα σε περιορισμούς....και την έκανε πολυκατοικίες, βία και κακό γούστο...
   Αυτή ήταν η Ελένη...Αυτή είναι η Ελένη...Η Ελένη, που υπάρχει παντού...σε κάθε ευαίσθητη ψυχή, σε κάθε άνθρωπο, που δακρύζει, όταν δύει ο ήλιος...Σε κάθε άνθρωπο, που πιστεύει στα θαύματα!!!
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

   

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου